To The Next Step, 'Till The Last Step...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Souls. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Souls. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

A Silent Walk In Thoughts



Κοίταζα τις φωτογραφίες των ημερών μας.. Τις κοίταζα πολύ ώρα μα δε μπορούσα να με βρω σε καμία τους.. Έμοιαζαν όλες λευκές και ανούσιες.. Μα δε μπόρεσα ποτέ να το καταλάβω αυτό.. Είπα πως απλά μάλλον χρησιμοποιούσαμε χαλασμένη φωτογραφική.. Και το έχαψα.

Πνίγομαι σ' αυτό το δωμάτιο τώρα, θέλω λίγο αέρα, καθαρό, ξένο. Που να μην το ξέρω και να μη με ξέρει. Θέλω να με χτυπήσει απότομα σαν τους βιαστικούς περαστικούς που δεν τους χωράει ο τόπος και μετά να με χαϊδέψει σαν το πιο γλυκό χέρι που γνώρισα ποτέ μου.. Και φυσικά μετά σαν σωστός άγνωστος θα μου ζητήσει μια τυπική συγγνώμη και εγώ θα τη δεχτώ και μ' ένα βεβιασμένο, μπαγιάτικο χαμόγελο θα φύγω.. Ένα χαμόγελο σαν αυτά που αφήνουν οι κλόουν μετά την τελευταία τους υπόκλιση και ύστερα εξαφανίζονται καθώς πέφτει το απρόσωπο εκείνο χειροκρότημα.. Και όταν το παιδάκι ρωτήσει για το που πήγε αυτός ο περίεργος τύπος, η μητέρα του θα το καθησυχάσει λέγοντάς του πως θα ξανάρθει.. Και εκείνος έρχεται και ξανάρχεται.. Και πάντα με το ίδιο χαμόγελο.. Ώσπου μια μέρα χάνεται στα χρώματά του και το παιδάκι μένει με την απορία..

Βγήκα στο μπαλκόνι μα δε μου 'φτασε.. Ντύθηκα πρόχειρα και πήγα μια βόλτα. Κάπου εκεί ανάμεσα στ' ανώνυμα και ξεχασμένα απ' τους ανθρώπους στενάκια μπας και βρω την ησυχία να μου κάνει λίγο παρέα όσο εγώ θα μιλάω μόνος μου.. Όσο θα της λέω τις αδιάφορες γι' αυτήν ιστορίες μου.. Όσες πια (θέλω να) θυμάμαι...
Και πάνω που βρήκα δύναμη να βγω, πάλι βρέχει εκεί έξω.. Κάτι τέτοιες ώρες μου τη σπάει η βροχή.. Όχι η πολύ, η λίγη.. Αυτή που ρίχνει αργά και βασανιστικά μία μία τις σταγόνες της στο μέτωπό μου και δε μ' αφήνει να ηρεμήσω, να ξεχαστώ.. Σαν ένα δάχτυλο, πιθανότατα δείκτης, που σε χτυπάει ελαφρά και σπαστικά συνεχώς στο κούτελο θέλοντας να σου θυμίσει όλα αυτά που παλεύεις με τόσο κόπο να ξεχάσεις.. Με κόπο σιωπής... Για να μην πληγώσεις άδικα, να μην πληγωθείς.. Να μη ξεσπάσεις, να μην πέσεις και σπάσεις, ν' αντέξεις.. Στο χρόνο, στις λέξεις, τις σκέψεις...

Και τώρα μοιάζω κάπως καλύτερα (ίσως επειδή δε γίνεται χειρότερα).. Περπατάω. Σε κάθε στροφή στρίβω, σε κάθε διάβαση αλλάζω κατεύθυνση.. Και πάντα όπου μπορώ απ' τη μεριά του δρόμου. Δε μπορώ τα πεζοδρόμια, με πιάνει κλειστοφοβία. Τα πεζοδρόμια είναι για τ' αυτοκίνητα, άκουσα ένα "κιθαρίστα του Θεού" να λέει μια μέρα καθώς περνούσα από δίπλα του, στη μέση του δρόμου..!
Το εκνευριστικό χέρι ευτυχώς τώρα έφυγε απ' το κεφάλι μου.. Είχα πει θα κάτσω λίγο, αλλά μετά από τόση ώρα χάθηκα.. Στις σκέψεις του παρελθόντος πάλι.. Ηττημένος και αδύναμος κάθισα σ' ένα πεζούλι να κάνω ένα τσιγάρο. Αυτό που δεν έκανα ποτέ κι όμως συνέχεια καπνίζω.. Ούτε η μοναξιά δε με ήθελε δίπλα της.. Σε σιχάθηκα, μου είπε και αφού μαλώσαμε για τριακοστή τρίτη φορά πήρα το δρόμου του γυρισμού.. Και η βροχή ξανάστησε background ενώ εγώ κρατούσα ρυθμό με τις μπότες μου να βυθίζονται στα λασπόνερα.. Και να που φτάσαμε, που να μη φτάναμε.. Μπήκα μέσα και αμέσως έτρεξα πίσω σου, πίσω μου, σ' εκείνες τις φωτογραφίες.. Μα και πάλι παραμυθιάστηκα και τελικά τις έβαλα στη θέση τους καταπίνοντας την απορία.. Και είναι και άγευστη και δύσπεπτη να πάρει! Τις έβαλα στο συρτάρι των ξεχασμένων, των ανύπαρκτων, στο κομοδίνο και το τριπλοκλείδωσα.. Και σαν καλύτερη, κλασσική λύση, αφέθηκα στην αγκαλιά της κουβέρτας μου.. Καληνύχτα, μου ψιθύρισε και χάθηκε και η σκιά μου στο βασίλειο της νύχτας καθώς έκλεινα το φως του δωματίου με την ελπίδα να καταφέρω να κοιμηθώ και πάλι...

Και τα κατάφερα. Μα όταν ξύπνησα δεν ήταν εκεί. Ούτε καν το συρτάρι.. Μάλλον δεν ήταν ποτέ εκεί...

Σάββατο 12 Ιουνίου 2010

The Meeting



Έσταξε μια φράση στο αυτί του και χάθηκε κάπου ανάμεσα στα άστρα.. Και τότε ο νεογέννητος εγκέφαλός του πλημμύρισε με γνώση:
"Τυφλός προχωράει στο μονοπάτι της ζωής αυτός που την αντανάκλασή του δε μπορεί να δει κοιτώντας στον καθρέφτη..."
 
...και το επόμενο πρωί ξύπνησε με μια περίεργη διάθεση.. Πήγε κοντά στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Τα σύννεφα στον ουρανό έμοιαζαν με αμέτρητες πεταλούδες που πετούσαν πάνω απ' τα όνειρα όλων αυτών που ακόμη στριφογύριζαν μέσα στις κουβέρτες τους.. Και τα κλαδιά των δέντρων στο απέναντι πάρκο χόρευαν αρμονικά μαζί με τα λουλούδια στο ρυθμό της... Έτριψε βιαστικά τα μάτια του και κοίταξε πίσω του σκεπτόμενος..

Έκανε 8 αθόρυβα βήματα προς το μέρος της και του φάνηκε σαν να πέρασαν 8 κακόκεφοι μήνες μπροστά απ' τα χείλη της ζωής τους.. Ό,τι αξίζει θέλει κόπο, ψιθύρισε.. Και τα χείλη του δάκρυσαν μαζί με τα δικά της.. Και όταν οι σταγόνες από αίμα άγγιξαν το έδαφος έγιναν ένα όπως και αυτοί.. Τώρα σε ξέρω, είπε και την ακούμπησε προσεκτικά με το δεξί του χέρι λες και ήταν ό,τι πολυτιμότερο είχε..

Έπειτα επέτρεψε στον εαυτό του ένα χαμόγελο ανακούφισης.. "Τώρα με ξέρω, γιατί γνώρισα εσένα.. Η αλήθεια μου κρύβεται μέσα σου, μέσα στην πιο βαθιά σου ανάγκη... Και μόνο εσύ ξέρεις πως να τη χειριστείς σωστά.. Σου παραδίνομαι λοιπόν...", είπε σιωπηλά και πήγε αμέσως να φορέσει τα καλά του για να υποδεχθεί την πιο όμορφη μέρα της ζωής του, όπου μια νέα αρχή τον περίμενε.. Η αρχή της γνωριμίας μαζί του.. Της γνωριμίας με τον πραγματικό του εαυτό...

Κυριακή 6 Ιουνίου 2010

Day Life


Σήμερα δεν ήθελα να ξυπνήσω, δεν είχα διάθεση για τη μάχη της ημέρας.. Όμως ούτε καν ο θάνατος δε χαρίζεται..
Βγήκα έξω σαν να ήταν να φύγω, σαν να ήταν η τελευταία φορά που έβγαινα από εκείνη την πόρτα.. Δεν ήξερα που να πάω, δεν ήξερα αν υπήρχε μέρος που θα ήθελα να πάω, έτσι περπάτησα χωρίς σκέψη σε δρόμους με κόσμο και φασαρία. Πίστευα πως ίσως αυτό ν' αλλάξει κάτι, δε ξέρω τι, απλά έτσι νόμιζα και αυτό μου έφτανε για την ώρα..
Πήγα και έκατσα σε μια στάση λεωφορείου μήπως και αρχίσω να περιμένω κάτι.. Χώθηκα μέσ' στον κόσμο χωρίς λόγο και άρχισα να τους παρακολουθώ. Τους έβλεπα να φεύγουν και να έρχονται άλλοι συνεχώς και τα λεωφορεία σαν κινούμενες κονσέρβες να χάνονται ξαφνικά με τον ίδιο τρόπο που εμφανιζόντουσαν.. Ήταν λες και είχε σταματήσει ο χρόνος για 'μένα και σαν ένα τρίτο μάτι, ή φάντασμα αν θέλεις, κοιτούσα τις ζωές των άλλων απ' έξω.. Την ατελείωτη μάχη του καθενός με το χρόνο, με τις υποχρεώσεις του, με τα πρέπει του... Ήταν όλοι αγχωμένοι, βιαστικοί, πολλοί κουβαλούσαν τσάντες και σακούλες, ή μάλλον αυτές τους κουβαλούσαν... Προσπερνούσαν ο ένας τον άλλο σαν σε αγώνες ράλι για το ποιος θα μπει πρώτος στην κονσέρβα που πλησίαζε.. Και όταν άνοιγαν οι πόρτες ξεκινούσε το πανηγύρι.. Άλλοι προσπαθούσαν να κατέβουν και άλλοι ταυτόχρονα ν' ανέβουν και παντού σπρωξίματα, βρισιές και αναθεματισμοί. Το πιο αστείο θέαμα της υπόθεσης ήταν οι γέροι που χρησιμοποιούσαν τα μπαστούνια τους για να χτυπούν τα πόδια των άτυχων μπροστινών τους οι οποίοι τους έπαιρναν τη θέση ή τους έκρυβαν τη θέα απ' το παράθυρο. Πολλές φορές πάλι σε μια πόρτα που κανονικά χωράνε μόνο δύο τους έβλεπες να μπαινοβγαίνουν τρεις τρεις και καμιά φορά ανά τετράδες, σε σπάνιες βέβαια περιπτώσεις χωρίς κανείς να νοιάζεται για το διπλανό του.. Άγνωστη λέξη το συγγνώμη.. Και ο ήλιος να βαράει σφαλιάρες από 'κει ψηλά..
Κουράστηκα, τους βαρέθηκα.. Και απ' ό,τι φαίνεται έτσι θα πάει και υπόλοιπη μέρα τους και η κάθε μέρα τους.. Κουράστηκα.. Όλα γύρω μου ίδια, όλα μέσα μου ίδια.. Ξαναγύρισα πίσω στο σπίτι ηττημένος και πάλι, αλλά δε μπορούσα πια ν' αντιδράσω.. Έφαγα (σαν υποχρέωση στη ζωή) και προσπάθησα να  ξανακοιμηθώ.. Μια μέρα είναι και θα περάσει, είπα ψέμματα στον εαυτό μου και έκλεισα τα μάτια..

Πέμπτη 6 Μαΐου 2010

After A Long Time...


Χθες σε είδα στον ύπνο μου.. Πόσο καιρό είχα να σε δώ?..  Ούτε που θυμάμαι.. Μήνες, χρόνια... Μάλλον χρόνια.. Ερχόμουν να σε βρω γιατί ήξερα ότι γύρισες.. Η μάλλον δεν είχες φύγει ποτέ απλά το συνειδητοποίησα εκείνη τη στιγμή.. Τι ωραίο να κοροϊδεύεις τον εαυτό σου στα όνειρα, σ' αυτόν τον τόσο διαφορετικό αλλά εξίσου πραγματικό κόσμο... Τι ωραίο να κάνεις αυτά που θέλεις χωρίς να σε νοιάζουν οι επιπτώσεις.. Και όταν ξυπνήσεις είναι όλα όπως πριν... Ευτυχώς θα 'λεγε κάποιος.. Δυστυχώς ίσως θα 'λεγα εγώ...

Ήσουν πολύ όμορφη, ίσως πιο όμορφη απ' ότι σε είχα δει ποτέ μου, δε θυμάμαι.. Πια... Ήσουν ψηλή, πιο ψηλή απ' ότι στην πραγματικότητα σίγουρα, πιο ψηλή κι από 'μένα λίγο.. Αλλά και αυτό δε με ξάφνιασε. Το μόνο περίεργο που θυμάμαι απ' τη στιγμή του τέλους είναι ένας επίδεσμος.. Ένας επίδεσμος στο αριστερό πόδι κάτω στον αστράγαλο.. Κι όμως περπατούσες μια χαρά, μ' ένα πανέμορφο χαμόγελο και με τέτοια διάθεση σαν να 'ταν η πρώτη μέρα της ζωής σου. Και σε πέτυχα στη μέση του δρόμου έξω από ένα τεράστιο πολύχρωμο γκρι κτίριο.. Τότε όλα ήταν πολύχρωμα στα μάτια μου.. Πρέπει να ήταν άνοιξη δεν θυμάμαι σίγουρα, πάντως ήταν μια τέλεια μέρα.

Και ενώ ήσουν στην απέναντι μεριά του δρόμου και έμοιαζε τόσο ανούσια η απόσταση, εγώ δε μπορούσα με τίποτα να σε φτάσω. Περπατούσα και περπατούσα κι όμως ο δρόμος ήταν ατελείωτος.. Ξεκίνησα να τρέχω. Χτύπησα πολλούς περαστικούς. Ζήτησα πολλά συγγνώμη, αλλά συνέχιζα.. Και εσύ μόλις έφτασες στην άκρη του πεζοδρομίου στάθηκες ακίνητη και περίμενες. Έμεινες να με κοιτάζεις στην απελπησμένη προσπάθειά μου να σε φτάσω.. Δεν περίμενα κάτι διαφορετικό, δεν ξέρω γιατί.. Ίσως έτσι έπρεπε να γίνει. Και κάποια στιγμή έφτασα. Και τότε, μόλις σ' αγκάλιασα τελείωσε...

Για ένα πράγμα λυπάμαι. Που δεν πρόλαβα ν' ακούσω τη φωνή σου.. Πως ήταν η φωνή σου?.. Δε θυμάμαι πια...

Κυριακή 25 Απριλίου 2010

Rebuilding...

- Γεια. Ήρθα.
- Γύρισες?
- Ναι, πάλι εδώ. Όπως τότε..
- Μπα, τώρα μας θυμήθηκες?
- Μην το λες αυτό..
- Έλεγες πως δε μας είχες ανάγκη, τι έγινε τώρα?
- Συγνώμη, είμαι ηλίθιος τελικά.. Δεν τα κατάφερα. Απέτυχα..
- Το 'ξερα.. Και τι θες τώρα?
- Σας χρειάζομαι.. Και τους δύο.
- Νωρίς το κατάλαβες..
- Πρέπει να βρω πάλι τις ισορροπίες μου. Και δε μπορώ μόνος μου.
- Έτσι σκατά που τα 'κανες λούσου τα τώρα.
- Δε θ' αντέξω για πολύ ακόμα..
- Αυτό να το σκεφτόσουν εξ αρχής.
- Το ξέρουμε όλοι πως κανείς μας δε θα μπορέσει να τα βγάλει πέρα μόνος του..
- Εσύ το επέλεξες να χωρίσουμε.
- Είμαι αδύναμος.. Το ίδιο και εσείς χωρίς εμένα..
- Ο χρόνος δε γυρίζει πίσω.
- Δε σου ζητάω αυτό..
- Τότε?
- Απλά μια νέα αρχή θέλω. Να βρω ξανά τον εαυτό μου..
- Ό,τι χτίζαμε τόσο καιρό το κατέστρεψες μέσα σε λίγες μέρες...
- Έκανα λάθος, το παραδέχομαι εντάξει?
- Στο είχα πει πως μια μέρα θα γινόταν αυτό.. Ποτέ δε μ' άκουσες όμως..
- Ωραία, έχεις δίκιο. Και τώρα τι κάνουμε δηλαδή?..
- Αν κάνεις ό,τι σου λέω χωρίς να ξαναφέρεις αντίρηση ίσως και να διωρθώσουν κάπως τα πράγματα..
- Ξέρεις πως αυτό δε γίνεται. Κάποια πράγματα έχουν αλλάξει πλέον.. Και δεν είσαι μόνος σου σ' αυτό!
- Όσο έπαιρνα εγώ τις αποφάσεις όλα ήταν μια χαρά..
- Ε όχι και όλα!..
- Ναι, αλλά τουλάχιστον ήξερες τι σου γινόταν... Είχαμε τα στάνταρ μας, τα σταθερά βήματά μας.. Τους κανόνες μας.. Εκείνους τους απαραβίαστους κανόνες... Θυμάσαι?..
- Πως μπορώ να ξεχάσω?..
- Κι όμως αυτό δείχνεις με τον εγωισμό σου..
- Ποιος μιλάει!?...
- Από τη στιγμή που άρχισες να παίρνεις πρωτοβουλίες και να κάνεις το δικό σου όλα άλλαξαν. Ούτε εσύ ξέρεις ποιος είσαι τώρα..
- Το ίδιο και εσείς.. Γι' αυτό ζητάω κατανόηση και μια τελευταία χάρη..
- Ξέρεις όμως πως δε γίνεται να τα 'χεις όλα δικά σου.. Αν επιστρέψεις θα πρέπει οι αποφάσεις που θα παίρνονται να είναι δικές μου. Και αυτό σημαίνει πως θα πρέπει ν' απαρνηθείς πολλά..
- Δηλαδή?..
- Ό,τι μπορεί να βρεθεί εμπόδιο στο δρόμο μας, στους αρχικούς μας στόχους..
- Όμως τώρα θέλω και άλλα.. Έχω πλέον εθιστεί και δε θα είναι εύκολο να τ' αφήσω πίσω έτσι απλά..
- Το ξέρω. Πάντα πίστευα πως ήσουν αδύναμος και πως αν έμενες μόνος σου θα κατέληγες κάπως έτσι, αλλά αυτό δε μ' αφορά. Δεν υπάρχει χρόνος για να ρισκάρουμε πια.. Η απόφαση δική σου, αλλά αν πραγματικά αυτό είναι που θέλεις τότε θα πρέπει να τ' αφήσεις όλα πάνω μου και πάλι.. Αλλιώς θα καταλήξουμε πάλι εδώ, στο μηδέν. Στο μηδέν που εσύ μας έφερες..

- Δεν είναι μηδέν αυτό. Απλά είναι κάτι διαφορετικό..
- Δε θα μιλούσες έτσι παλαιότερα. Με απογοητεύεις όλο και περισσότερο..
- Εντάξει λοιπόν τότε, ας γίνει όπως θέλεις.. Έτσι κι αλλιώς δεν έχω τίποτα να χάσω.. Τίποτα πλέον δε γίνεται χειρότερα...

Τρίτη 30 Μαρτίου 2010

Love's Gift


Έτρεξα για να προλάβω...

Βγήκα έξω στο δρόμο και έψαξα να βρω τη νύχτα με τα πιο λαμπρά άστρα, αλλά η μόνη λάμψη που βρήκα ήταν το ελάχιστο κι αδύναμο φως μιας μικρής πηγολαμπίδας. Και το πήρα..
Σήκωσα το κεφαλί μου και κοίταξα τον καταγάλανο ουρανό αναζητώντας τα ζωηρά χρώματα τ' ουράνιου τόξου, αλλά το μόνο που υπήρχε εκεί ψηλά ήταν μια υποψία απ' τη έντονη μυρωδιά τους. Και την πήρα και αυτή..
Έψαξα στον ανύπαρκτο κήπο μου μήπως και βρω κανένα χαρούμενο τριαντάφυλλο, αλλά το μόνο που βρήκα ήταν ένα πέταλο από μια λυπημένη μαργαρίτα. Και το κράτησα..
Έσκαψα το χώμα που ήταν θαμμένη η καρδιά μου να βρω τις ρίζες της αγάπης, όμως το μόνο που βρήκα ήταν μερικές ξεχασμένες αναμνήσεις. Και τις μάζεψα..
Κοίταξα μεσ' στο πλήθος εκεί έξω ψάχνοντας για ένα ζευγάρι μάτια αντάξιο του δικού σου, αλλά ατύχησα και πάλι.. Μόνο ένα χαμόγελο μου έμεινε και μου το 'κλεψα κι αυτό..


Έτρεξα για να προλάβω...

Μερικές σταγόνες της βροχής, κάτι ξεχασμένες νότες, δυο σπασμένα σ' αγαπώ, ένα κρυφό παιχνίδι μεταξύ εραστών, μια δόση ζήλιας και κάτι μαραμένες υποσχέσεις, ένα καλώδιο επανασύνδεσης και 31 πο
λύχρωμα, ενοχλητικά ζουζούνια ήταν τα τελευταία που κατάφερα και βούτηξα απ' το καλάθι της ζωής.. Τα έβαλα όλα αυτά σ' ένα καζάνι, τα ανακάτεψα καλά και έριξα και από πάνω μια σκόνη ελπίδας με την πιο γλυκιά γεύση που 'χεις γνωρίσει..
Μετά το έχυσα όλο με προσοχή σε ένα μικρό βαζάκι και έτρεξα να σε βρω, να σε προλάβω πριν φύγεις... Και στο 'δωσα.. Τώρα έχεις στα χέρια σου την ψυχή μου, έτσι για να με θυμάσαι. Το ξέρω, δεν είναι αρκετό για 'σενα, αλλά δυστυχώς αυτό ήταν ό,τι καλύτερο είχα να σου δώσω.. Και τελικά έφυγα εγώ πρώτος...


Τώρα τρέξε για να με προλάβεις...

Σάββατο 6 Μαρτίου 2010

Last Night


 


Συνέχισα να περπατάω στο σκοτεινό δρομάκι χωρίς να κοιτάξω πίσω ούτε στιγμή.. Έτσι κι αλλιώς αυτό έκανα κάθε φορά.. Μ' αρέσουν τα εύκολα, δεν το αρνούμαι. Είναι ωραίο να ξέρεις πως όταν βρεθείς σε δύσκολη θέση πάντα θα υπάρχει ένα μέρος που να νιώθεις ασφαλής. Εκεί όπου κανείς δεν μπορεί να σε βλάψει, γιατί δεν γίνεται χειρότερα.. Εκεί. Στις σκιές, στα σοκάκια ανάμεσα σε κατεστραμένα σπίτια, στα μονοπάτια που δεν ξέρεις πού καταλήγουν, που δε βλέπεις. Γιατί το μαύρο τους σε τυφλώνει, σε θάβει στη σίγουρη μοναξιά σου και σιγά σιγά σε σβήνει, αλλά δε σε νοιάζει.. Εκεί πέρα δε φοβάμαι να χαθώ γιατί είμαι ήδη χαμένος, δε φοβάμαι να πέσω γιατί είμαι ήδη κάτω, δε φοβάμαι να με δούνε γιατί δεν υπάρχω. Κι άμα κάποια στιγμή μ' ανακαλύψει το φως της νύχτας και μ' αντικρίσω, ίσως και να τρομάξω. Αλλά μ' ένα απ' τα αγαπημένα μου ψέματα θα του ξεγλιστρήσω και θα πάω πάλι πίσω στο ήσυχο σκοτάδι μου.
Και συνεχίζω να περπατάω.. Έχοντας ως μοναδικό μου αντίπαλο τις σκέψεις της ημέρας. Τις σκέψεις που πλέον δε φοβάμαι ν' αντιμετωπίσω, γιατί ξέρω πως δε μπορούν να με νικήσουν, σ' έναν αγώνα όπου το αποτέλεσμα είναι ανούσιο στα μάτια μου.. Τις αφήνω να με κατασπαράξουν σε μια βουβή τελετή όπου όλοι όσοι είναι παρόντες (και εγώ μαζί) γνωρίζουν, μα δε μιλάνε, απλά κοιτάζουν με δέος την ιερή αυτή στιγμή.. Και με βλέπουν ν' αργοπεθαίνω αήττητος για μια ακόμη φορά... Και μετά σηκώνομαι και συνεχίζω.. Και πηγαίνω.. Παραδίνομαι ξανά στις σκιές των κτιρίων που μου χαϊδεύουν γαλήνια το κεφάλι μέχρι να λιώσω απ' την εξαντλητική σιωπή που με κυριεύει.. Μα δε θα μιλήσω. Κουράστηκα πια ν' ακούω τη φωνή μου.. Θέλω απλά να μη σταματήσω, μέχρι τη στιγμή που το γλυκόπικρο φεγγάρι θα μου πει καληνύχτα και θα ξημερώσει.. Και όταν κοιτάξω γύρω μου, υπό το φως του πρωινού ήλιου, δε θα ξέρω που βρίσκομαι.. Και τότε θα σταματήσω, θα κοιτάξω για λίγο ψηλά και μετά θ' αρχίσω πάλι να με βρίσκω...

"Πως πέρασες χθες το βράδυ?", ίσως και να με ρωτήσω..
"Ήσυχα. Πήγα μια βόλτα να πάρω λίγο αέρα..".
Ωραία. Και τώρα?.. Τώρα, καλημέρα...

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

Solitary Path


Με μάζεψα. Όχι όλα, ότι πρόλαβα. Ότι απέμεινε. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα... Έβαλα μέσα:
1 ζευγάρι λέξεις,
4 ευχαριστώ,
66 σκέψεις,
3 δάκρυα από το μέλλον,
7 νότες απ' το παρόν,
33 ξεχασμένες αναμνήσεις,
12.573.366 δευτερόλεπτα ζωής και
1 κόκκινο ερωτηματικό...

Και τ' άλλα? Ε, τα άλλα τα άφησα εκεί. Εκεί όπου ήταν πάντα να περιμένουν τον κάποιον, τον οποιοδήποτε, μήπως και τα χρειαστεί και τα φυλάξει. Μήπως και τον χρειαστούν αυτά και τα κρατήσει στη ζεστή του αγκαλιά περιμένοντας να 'ρθω μια μέρα να τα πάρω πίσω...
Λεφτά πήρες? Όχι ξέχασα. Και τώρα? Ε, δεν πειράζει, έτσι κι αλλιώς μπορεί να μην τα χρειαστώ, μήπως ξέρω που πάω/πάμε?... Και αν σε ρωτήσουν? Τότε τι θα πεις? Όχι, δεν πρέπει να μάθουν... Μείνε ήσυχος, δε θα ρωτήσουν. Κανείς δε νοιάζεται.. Ακόμη κι αυτοί που ξέρουν, που έμαθαν, δε μιλάνε πια... Ίσως από φόβο, ίσως από δέος. Και 'συ αν μάθεις, θα τους πεις? Θα μιλήσεις? Δε ξέρω, ίσως, μπορεί, αν γυρίσουμε ποτέ πίσω... Εσύ τι λες? Ούτε εγώ ξέρω. Θαρρώ πως πρέπει να μάθουν μόνοι τους... Έτσι αξίζει.
Ωραία τότε, ξεκινάω! Εντάξει πάμε, που όμως? Προς τα 'κει, απ' όπου έρχεται το φως...

Εκεί όπου ο χρόνος δεν έχει σημασία και όλο το παρελθόν σου γίνεται ιστορία.

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

Καλύτερα Κενός...(black garden's theory)


...άλλωστε, τι να την κάνεις μια μαργαρίτα μέσα σ' ένα μαύρο κήπο... Όσες κι αν φυτρώσουν ποτέ δε θα πεις ότι ο κήπος είναι άσπρος...
Kiitos...