To The Next Step, 'Till The Last Step...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Stories. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Stories. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

Taste Of Love

 Adis meeting Luna



Όταν έφτασα ήταν ήδη αργά... Δεν πρόλαβα να σκεφτώ πολλά, ούτε καν ν' αντιδράσω.. Όλα γύρω μου έσβησαν απότομα και ένιωσα το σώμα μου να αιωρείται ανάμεσα σε έναν αποπνικτικό νέφος μετάνοιας..  Το λιγοστό φως που έμπαινε απ' το παράθυρο σταματούσε ακριβώς στο κέντρο του δωματίου, κάτω απ' τα πόδια της λες και την περίμενε, σαν ένα βασιλικό μονοπάτι που τελειώνει κάπου εκεί πάνω.. Εκεί όπου δεν υπάρχει τέλος. Εκεί όπου κανείς δεν ξέρει που...
Και αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι. Το επόμενο πρωί με βρήκε σιωπηλό πάνω σ' ένα κρεβάτι, ανάμεσα σε δεκάδες φωνές γύρω μου να προσπαθώ ν' ανασυγκροτήσω τις σκέψεις μου μήπως και καταφέρω ν' αρθρώσω κάποια λέξη.. Και ήταν λες και είχα μόλις ξυπνήσει από εφιάλτη.. Όχι, δεν ήθελα να συμβεί αυτό σε καμία περίπτωση...



Όλες οι υποσχέσεις σου, όλα σου τα Θα... Σαν βέλη τρύπησαν την καρδιά μου και φώλιασαν εκεί μέχρι που πνίγηκα απ' τα ασφυκτικά "γιατί", μέσα σε μια λίμνη  πόνου και ζήλιας.. Θα σ' αγαπώ για πάντα, θα σε προσέχω μικρέ μου άγγελε ό,τι κι αν συμβεί, είχες πει κάποτε... Και που ήσουν όταν σε χρειάστηκα, όταν ήθελα κάποιον να με προστατέψει? Από 'μένα, από 'σένα..

Κάποιος μου έφερε ένα ποτήρι νερό. Μου φάνηκε τόσο διαυγές... Σαν να μπορούσα να κολυμπήσω μέσα του. Να σωθώ.. Να μη θυμάμαι.. Ένας άλλος με ρώτησε 'πως αισθάνεσαι;'. Ποτέ δεν την κατάλαβα αυτή την ερώτηση. Άσε που δεν ξέρω την απάντηση, αλλά και να την ήξερα, τι θα μπορούσες ρε μαλάκα να καταλάβεις απ' αυτήν, ήθελα να του πω.. Δεν ξεστόμισα όμως λέξη. Χαμένος κόπος. Έριξα πίσω το κεφάλι μου, έκλεισα τα μάτια και βόλεψα τον αυχένα μου στο μαξιλάρι. Κάτι κουκκίδες έπαιζαν κρυφτό πίσω απ' τα βλέφαρά μου και το άρωμα της, το άρωμα της.. Μ' έκανε να θέλω να την αγκαλιάσω πάλι. Ξανά.. Πως γίνεται αυτό που έχει μείνει από κείνη, να 'ναι μόνο το άρωμά της; Διαλυμένα όλα στο δωμάτιο κι η οργή μου ασίγαστη. Ολόκληρο τον κόσμο να καταστρέψω τώρα, δεν θα ημερέψει το μέσα μου..

Ποτέ δε θα με καταλάβεις, γιατί ποτέ δεν ήσουν πραγματικά δίπλα μου. Και όλα τα όνειρα που κάναμε μαζί σαν σταγόνες της βροχής έσκασαν στη γη με μανία και απορροφήθηκαν απ' το χώμα μέχρι που εξαφανίστηκαν σαν να μην υπήρξαν ποτέ.. Το μόνο που θες είναι να περνάς καλά και εγώ ήμουν ένα απ' τα καλύτερα παιχνίδια σου. Γιατί σ' εμπιστεύτηκα, γιατί σε πίστεψα... Και δυστυχώς άργησα να καταλάβω, αλλά ως εδώ ήταν...

Πάντα μ' άρεσε να στέκομαι στο χείλος του γκρεμού και να κοιτάζω κάτω. Η έλξη του κενού να με διαπερνά κι εγώ να φλερτάρω μ' ένα μετέωρο βήμα, που ήξερα πως τελικά, δεν θα έκανα. Κάπως έτσι ήταν και με 'κείνη. Θα μπορούσα να ορίσω με πολλές λέξεις τι φάση παιζόταν, αλλά καμιά δεν θα ήταν ακριβής. Και τώρα, δεν υπάρχει πια το περιθώριο, ν' αλλάξω τίποτα. Τ' άλλαξε όλα η ζωή. Μοιράστηκαν τα φύλλα. Δεν έχω κανένα άσο. Πως έγινε ρε γαμώτο; Γιατί δεν θυμάμαι; Σαν να χάλασε το παζλ και τώρα που θέλω να το ξαναφτιάξω, κάποιος μου κρύβει κομμάτια. Τι επίλογο έγραψες, ρε μάτια μου; Άργησα να σε σώσω από 'μένα..

Κουράστηκα να προσπαθώ συνέχεια μόνη μου. Να ξαναχτίζω ό,τι γκρέμισες.. Απ' το εγώ μου, απ' το εμάς.. Πάντα μου 'λεγες θα είμαι εκεί για 'σένα. Και που είσαι τώρα? Ούτε εσύ ξέρεις πια... Μόνο όταν πίνεις με θυμάσαι.. Συγνώμη, αλλά σήμερα ξέρεις.. Ξέμεινα, το μπουκάλι μου άδειασε. Όμως δε πειράζει, άλλωστε ποιος νοιάζεται.. Ό,τι έγινε έγινε. Ίσως κάποια μέρα, ακούγοντας το αγαπημένο μας τραγούδι, κοιτάξεις εκεί ψηλά στο γαλάζιο τ' ουρανού και καταλάβεις πως... Ξέχνα το, τέλος χρόνου...

Αυτό που με τρελαίνει, δεν είναι οι πόνοι απ' τα διαλυμένα κόκκαλα, δεν είναι η θολούρα των ηρεμιστικών, δεν είναι τα γκρίζα κουστουμαρισμένα τυπάκια, που πηγαινοέρχεσαι με ασυρμάτους και κρυμμένα πιστόλια στους γοφούς, εκτοξεύοντας θεωρίες. Τάχα μου γαμάω και δέρνω. Στ' αρχίδια μου όλα. Το μόνο που με νοιάζει είναι αυτό το ύπουλο κιτρινισμένο «ποτέ» που μου καίει τον ουρανίσκο, σαν το χειρότερο φτηνό άφιλτρο. Ποτέ. Μπήκε η τελεία. Τέλος. Ότι ζήσαμε: τέλος. Ποτέ. Ποτέ ξανά. Ποτέ.

Ίσως τελικά το λίγο της ζωής μου δεν ήταν αρκετό για 'σένα.. Ίσως ζήτησα πολλά και μόνο αυτό ν' αξίζω.. Και δε μετανιώνω για τίποτα, τίποτα δε σου ζητάω πίσω. Μόνο άσε μου τη γεύση σου στα χείλη μου, άσε με να πάρω μαζί μου τη μυρωδιά σου, το βλέμμα σου, τ' άγγιγμά σου στο κορμί μου.. Γιατί φεύγω, μα δε θα χαιρετήσω. Και ώρες ώρες σκέφτομαι πως φτάσαμε ως εδώ.. Λυπάμαι για τον κόπο μας, τα ξεχασμένα όνειρά μας.. Αυτή τη φορά όμως δε θα κάνω το ίδιο λάθος, όχι άλλες συγγνώμες.. Αντίο.

Ακούω μερικούς εργάτες κάτω στο δρόμο. Δεν τους βλέπω. Θόρυβοι από πατημασιές, ξύλα, σφυριά, μέταλλα. Μυρωδιά από ροκανίδια. Κατακαθίζει λες πάνω μου αυτή η σκόνη.. Πότε βρίζουν και πότε τραγουδάνε.. Κι όταν περνούν κορίτσια, ξεδιπλώνουν τα γλοιώδη τους σφυρίγματα. Τι κάνει μια απόσταση ασφαλείας, ε; Αν ερχόντουσαν πρόσωπο με πρόσωπο μ' ένα απ' αυτά τα κορίτσια, θα στέκονταν σούζα όλα αυτά τα αντράκια. Το 'ξερω γιατί θυμάμαι πως ένιωσα όταν με κοίταξες.. Σαν να μου πήρες το τελευταίο μου εισιτήριο για την κόλαση. Σαν ν' άνοιξες με κόφτη μια τρύπα στα συρματοπλέγματα και μπήκες στο φράχτη μου. Λίγο πιο πίσω αν είχες μείνει. Σε μια απόσταση ασφαλείας.. Δεν θα 'μασταν τώρα έτσι. Ούτε εσύ, ούτε εγώ. Ποτέ. Αναρωτιέμαι τι πρόλαβες να καταλάβεις πριν.. Αν είδες πόσο βαθιά, πόσο αμετάκλητα κατεστραμμένος είμαι. Τόσο που δεν αντέχω καν την πιθανότητα να σωθώ. Προτιμώ να σκοτωθώ. Ποτέ. Ποτέ πια. Ποτέ ξανά. Ποτέ. Καμένο χαρτί γεννήθηκα. Αν το είχες μόνο καταλάβει πριν..



Ποτέ μου δε θα ξεχάσω εκείνη τη φρικιαστική εικόνα στο δωμάτιο.. Ποτέ δε θα σε ξεχάσω. Μα ακόμη όμως δεν κατάλαβα το λόγο... Γιατί? Γιατί ζωή μου? Γιατί έπρεπε να το κάνεις αυτό?.. Και εγώ ακόμη εκεί, πάνω σ' εκείνο το κρεβάτι, αμίλητος, μουδιασμένος απ' τις αμέτρητες σκέψεις που σαν δηλητήριο στο αίμα μου τρώνε σιγά σιγά την ψυχή μου, περιμένω πλέον... Το τίποτα.

Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

Chip And The Power Of Self-Esteem



Μια φορά και έναν καιρό, σε μια εποχή όπου το ανθρώπινο είδος δεν υπήρχε και βασίλευαν τα ζώα, ήταν μια μικρή αποικία χιλίων μυρμηγκιών που ζούσαν ειρηνικά μέσα σε μια ζούγκλα.. Τότε οι ζούγκλες βέβαια, δεν ήταν όπως σήμερα, ήταν τεράστιες και μπορούσες να βρεις εκεί σχεδόν κάθε είδος ζώου! Όμως ακόμη και για το πιο μικρό πλάσμα υπήρχαν απαράβατοι κανόνες για να μπορεί να διατηρείται η ισορροπία και οι αρμονία μεταξύ τους...

Μια ηλιόλουστη μέρα του Αυγούστου λοιπόν, τα μυρμήγκια είχαν βγει για την καθημερινή τους αναζήτηση τροφής και ήταν πολύ βιαστικά μάλιστα γιατί τα πουλιά στα δελτία καιρού έλεγαν πως πρόκειται να έρθει βαρύς χειμώνας... Ο Τσιπ ήταν ένα απ' τα πιο φημισμένα μυρμήγκια της αποικίας γιατί είχε σχεδόν διπλάσια δύναμη από κάθε άλλο και κάθε τέλος του μήνα έφερνε στη φωλιά όση σοδειά έφερναν τρία μυρμήγκια μαζί!.. Έτσι, αυτό το δύσκολο καλοκαίρι, όλοι στηρίζονταν σ' αυτόν για να έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα στα έσοδα των τροφίμων τους.. Ήταν μεγάλη ευθύνη και γι' αυτό δούλευε σκληρά κάθε μέρα μέχρι αργά το βράδυ.. Εκείνη τη μέρα όμως είδα κάτι περίεργο για τον μικρό του κόσμο και του τράβηξε την προσοχή.. Του έκανε μάλιστα τόση εντύπωση που παράτησε για λίγο τη δουλειά του και πήγε πιο κοντά για να δει καλύτερα...
Ήταν ένας μικρός σχετικά, αλλά τεράστιος για τα μάτια του Τσιπ, ελέφαντας που έπαιρνε το μεσημεριανό του.. Τον πέτυχε τη στιγμή που ξερίζωνε ένα ολόκληρο κλαδί δέντρου με μια κίνηση και έμεινε με το μικροσκοπικό του στόμα ανοιχτό.. Ήξερε πως κι αυτός ήταν δυνατός, αλλά πρώτη φορά αντίκριζε τόση δύναμη... Το βράδυ, όταν πια τελείωσε η βάρδιά του και γύρισε πίσω στη φωλιά, πήγε σπίτι και λίγο πριν κοιμηθεί, αφού του διηγήθηκε την ιστορία του, ρώτησε το συγκάτοικό του μήπως ήξερε τίποτα γι' αυτά τα γιγάντια τέρατα.. Δυστυχώς όμως δεν ήξερε να του πει τίποτα... Την επόμενη μέρα είχε άδεια μετά από ένα μήνα συνεχόμενης δουλειάς.. Έβαλε λοιπόν τα καλά του και βγήκε έξω πρωί πρωί ρωτώντας όποιον έβρισκε στο δρόμο του για να μάθει πως μπορούσε ν' αποκτήσει κι αυτός τόση δύναμη.. Κανείς όμως δε βρέθηκε που να μπορούσε να τον βοηθήσει μέχρι που ξαφνικά συνάντησε τον Φθθ, το λευκοκίτρινο πύθωνα, που του έδωσε μια σημαντική πληροφορία.. "Στα βάθη αυτής της ζούγκλας, εκεί όπου ο ήλιος ανατέλλει και η φύση δεν κοιμάται ποτέ, υπάρχει ένα ξέφωτο, λένε, όπου ζει το πιο σοφό πλάσμα που έχει γνωρίσει ο κόσμος όλος!", του είπε και χάθηκε βιαστικά ανάμεσα στα δέντρα και τις πρασινάδες.. Βέβαια, ο Τσιπ ήξερε πως όλα αυτά ήταν φήμες και πως δε μπορούσε να είναι σίγουρος για τίποτα, αλλά δεν είχε και άλλη επιλογή.. Αυτό το πλάσμα ίσως ήταν η μόνη του ελπίδα...
Τα παράτησε όλα... Δεν ήθελε να χάσει ούτε λεπτό και την επόμενη μέρα, πριν καλά καλά ξημερώσει και τον δει κανείς, είχε κιόλας φύγει παίρνοντας μαζί του μόνο τα απαραίτητα.. Οπωσδήποτε θα ήταν ένα δύσκολο και μεγάλο ταξίδι για ένα μυρμήγκι και ήξερε πως υπήρχε και η περίπτωση να μη βρει αυτό που θέλει ακόμη κι αν βρεθεί στο ξέφωτο.. Όμως το πείσμα και η θέλησή του ξεπερνούσαν κάθε λογική που έμπαινε εμπόδιο στο στόχο του.. Έτσι λοιπόν οι ώρες περνούσαν και έβρισκαν το μικρό Τσιπ ακούραστο και ακάθεκτο στο κυνήγι της υπέρτατης δύναμης... Είχε μάθει απ' τις πρώτες κιόλας μέρες της ζωής του να μη φοβάται τίποτα παρά το μέγεθός του και να παλεύει μέχρι τέλους για αυτά που θέλει με οποιοδήποτε τίμημα.. Ήταν σκληρό καρύδι!. Έτσι έπρεπε εξ άλλου, αυτή ήταν η αρχή της φυλής του.. Και τελικά οι κόποι του απέδωσαν... Ξαφνικά, εκεί που περπατούσε μεσ' στη νύχτα είδε ένα περίεργο φως πίσω από κάτι πανύψηλα δέντρα και αμέσως κατάλαβε.. Χωρίς δεύτερη σκέψη έτρεξε προς τα 'κει όσο πιο γρήγορα μπορούσε λες και ήταν οι τελευταίες στιγμές της ζωής του.. Και όλα έγιναν όπως του τα είχε πει ο Φθθ.. Μέσα σε λίγα λεπτά είδε τις πρώτες ακτίνες του ηλίου ν' ανατέλλουν και ν' αγκαλιάζουν το ξέφωτο τόσο προσεκτικά, όπως η μάνα το μωρό που μόλις γέννησε.. Και ήταν πραγματικά πανέμορφο. Ο Τσιπ έμεινε για μερικά δευτερόλεπτα ακίνητος να παρακολουθεί μαγεμένος το τελετουργικό αυτό μυστήριο του ξημερώματος χωρίς καν να παίρνει ανάσα!. Οι αποχρώσεις στον ουρανό απ' τα σύννεφα και τον ήλιο σε συνδυασμό με τα χρώματα της φύσης τον είχαν κάνει να μην πιστεύει στα μάτια του.. Πρώτη φορά έβλεπε ένα τόσο όμορφο τοπίο.. Και τότε, εμφανίστηκε απ' το πουθενά μπροστά του αυτός...
"Εγώ είμαι ο Κουκου-Νούς, η κουκουβάγια. Εγώ είμαι το πιο σοφό ζώο αυτής της ζούγκλας..", φώναξε δυνατά με αυστηρό ύφος αφού κάθισε πάνω σ' ένα μεγάλο βράχο.. "Τι σε φέρνει εδώ στα μέρη μου ξένε?", ρώτησε αμέσως μετά.. Ο μικρός Τσιπ ξαφνιάστηκε και κατατρόμαξε αρχικά, αλλά γρήγορα πήρε το θάρρος και εξήγησε στον Κουκου-Νούς όλη την ιστορία του απ' την αρχή ως το τέλος, αφού βέβαια πρώτα κι αυτός με τη σειρά του ανέβηκε σ' ένα πετραδάκι... Όταν τελείωσε, το μεγάλο πουλί κούνησε ελαφρά τα φτερά του και συνοφρυώθηκε κοιτώντας για λίγο τον ουρανό. Έπειτα είπε: "Αυτό που ζητάς είναι αδύνατο.. Κάθε πλάσμα είναι γεννημένο με συγκεκριμένη δύναμη για το ανάλογο μέγεθός του. Έτσι, ένα μυρμήγκι δε θα μπορέσει ποτέ να έχει όση δύναμη έχει ένας ελέφαντας.." Μόλις το άκουσε αυτό ο Τσιπ στεναχωρήθηκε πάρα πολύ, γιατί ήξερε πως δεν του έλεγε ψέμματα και πως πλέον δεν υπήρχε καμία ελπίδα να πραγματοποιηθεί η ευχή του.. Αμέσως κατέβασε τις κεραίες του και έβγαλε έναν περίεργο ήχο, μάλλον αναστεναγμού.. "Δεν είναι όμως λόγος αυτός να θλίβεσαι εσύ, ένα τόσο αξιοθαύμαστο ζώο.", συνέχισε ο Κουκου-Νούς.. "Μη σε ξεγελάει το μικροσκοπικό σου μέγεθος.. Τα μυρμήγκια είναι ίσως τα πιο δυνατά πλάσματα στον κόσμο!. Μπορούν να σηκώσουν μέχρι και 50 φορές το βάρος τους και έχουν πείσμα, θέληση, επιμονή και υπομονή όπως κανείς άλλος... Έχεις σκεφτεί ποτέ σου πόσο δυνατό σε κάνουν όλα αυτά μαζί?" Τσουκ απάντησε ο Τσιπ.. "Η πραγματική δύναμη κρύβεται μέσα σου και για να τη βρεις πρέπει πρώτα να μάθεις να εκτιμάς αυτά που έχεις..", συμπλήρωσε ο σοφός και πέταξε μακριά προς την ανατολή...
Ένα πικρόγλυκο συναίσθημα είχε πλέον καταβάλει το μικρό Τσιπ.. Η ιδέα ότι δε θα μπορούσε ποτέ να σπάει ολόκληρα κλαδιά και να ξεριζώνει δέντρα όσο ήταν σ' αυτό το σώμα τον στεναχωρούσε ακόμη, αλλά απ' την άλλη ένιωθε όμορφα στην σκέψη πως, αν ο ελέφαντας είχε το μέγεθός του δε θα μπορούσε να σηκώσει ούτε ένα φυλλαράκι!.. Ήταν πολύ μπερδεμένος και το μόνο σίγουρο ήταν πως είχε πολλά να σκεφτεί στο δρόμο της επιστροφής...
Πίσω στη φωλιά είχαν όλοι ανησυχήσει για το που βρισκόταν τόσες μέρες νομίζοντας πως είχε πεθάνει και μόλις τον εντόπισαν με τις κεραίες τους να έρχεται απ' τα βάθη της ζούγκλας χάρηκαν τόσο πολύ που έστησαν επί τόπου χορό.. Όταν πια έφτασε, αν και κουρασμένος, διηγήθηκε μπροστά σ' όλους το ταξίδι του και τους είπε για τις πολύτιμες γνώσεις που πήρε απ' το σοφό και για όλα όσα έμαθε.. Τιμωρήθηκε λίγο βέβαια απ' τους υπεύθυνους για τη φυγή του χωρίς ενημέρωση, αλλά είχε κερδίσει τόσα πολλά απ' όλο αυτό που δεν τον ένοιαζε καθόλου.. Από την επόμενη μέρα ήταν ένα τελείως διαφορετικό μυρμήγκι. Πιο σίγουρο για τον εαυτό του, πιο ώριμο, πιο δυνατό... Και προς έκπληξη όλων στο τέλος του Αυγούστου είχε μαζέψει σχεδόν διπλάσια σοδειά απ' όση μάζευε συνήθως και η αποικία τους είχε πλέον σίγουρα εξασφαλίσει την απαραίτητη τροφή για ολόκληρο το χειμώνα...

Παρασκευή 9 Ιουλίου 2010

Hold On...


"Πρόσεχε μην παραπατήσεις και πέσεις", ήταν οι πρώτες λέξεις που θυμάμαι να άκουσα... Άνοιξα τα μάτια και κοίταξα γύρω μου.. Κανείς... Και εγώ περπατούσα, έτσι έμοιαζε... Σταθερά βήματα. Ξαφνικά συνειδητοποίησα πως δεν ήμουν εγώ, δεν ήταν το σώμα μου αυτό.. Κι όμως ήμουν μέσα. Δε ξέρω πόση ώρα, ίσως ώρες, ίσως μέρες, μήνες... Και πήγαινε ίσια σ' ένα αόρατο μάλλον μονοπάτι που δε φαινόταν το τέλος του, αν υπήρχε.. Δεν έβλεπα καλά, τα πάντα ήταν μαύρα ή κάτασπρα από υπερβολικό φως, εναλλάξ σε κάποια σημεία στους απέναντι τοίχους.. Λευκό. Αλλά δε μπορούσα να πλησιάσω τις πηγές, δε μπορούσα ν' αλλάξω την πορεία του.. Αριστερά και δεξιά κενό, το τίποτα από κάτω μας.. Και από παντού μια εκκωφαντική, σιχαμένη, παράφωνη νεκρική μελωδία να έρχεται και να σβήνει ξανά και ξανά.. Στον αέρα γκρι κοράκια πετούσαν ανάποδα πηγαίνοντας πίσω, κοιτώντας μπροστά.. Μα πίσω δε μπορούσα να κοιτάξω.. Δε γύριζε τόσο το κεφάλι, δε σταματούσαν εκείνα τ' αναθεματισμένα πόδια.. Έπρεπε να συνεχίσω μπροστά, το ένιωθα κι ας μην ήξερα το λόγο.. Δεν έβγαινε η φωνή μου, ήμουν ξένος εδώ.. Μα που πήγε η φωνή μου?...

Είχε πλέον κοντέψει πάρα πολύ.. Όταν έφτασα στην ίδια ευθεία σταμάτησε για λίγο.. Κοίταξα δεξιά.. Το φως λιγόστεψε και εμφανίστηκε από πίσω ένα παράθυρο.. Μια γιαγιά κλωστή κλωστή κατέστρεφε ένα πολύχρωμο ατελείωτο μακρύ κέντημα που έμοιαζε με φιλμ φωτογραφικής μηχανής.. Δάκρυσε... Και ένα μικρό παιδάκι παρακολουθούσε αμίλητο, καθισμένο στο πάτωμα στα τρία μέτρα...
Τα βήματα ξανάρχισαν, η εικόνα χάθηκε στο φως... Σε λίγο ένα γέλιο ειρωνείας διέκοψε τη σπαστική μελωδία και αμέσως μετά επικράτησε η απόλυτη ησυχία.. Βγήκε απ' το στόμα μου, αλλά δεν το 'κανα εγώ σίγουρα.. Τι περίεργο, ένιωθα σαν φυλακισμένος.. Σταμάτησε πάλι. Αυτή τη φορά το παράθυρο ήταν αριστερά και μέσα μια παρέα σ' ένα μάλλον κήπο, όρθιοι και αγκαλιασμένοι.. Όλοι χαμογελαστοί, όχι απαραίτητα χαρούμενοι, με φωτοστέφανα πάνω απ' τα κεφάλια τους, ακίνητοι σαν αγάλματα λες και περίμεναν το κάτι να τους πάρει από 'κει... Λίγο πριν φύγω πρόλαβα να διαβάσω μια ξεθωριασμένη επιγραφή χαραγμένη στο τζάμι: "Χαμένα Χρόνια"...
Όλα επέστρεψαν, μαζί και η μελωδία.. Τα κοράκια τώρα ψιθύριζαν λέξεις μ' ανθρώπινες φωνές στο πέρασμά τους.. Τόσα γρήγορα που δεν καταλάβαινες τίποτα απ' όσα έλεγαν.. Η επόμενη πηγή φωτός σχεδόν με τύφλωσε.. Ήταν ένα ζευγάρι, υποθέτω.. Αυτή κρατούσε μια μαδημένη μαργαρίτα και είχε ένα λυπημένο βλέμμα.. Ίσως και κουρασμένο.. Αυτός την ακούμπησε προσεκτικά και είπε: "Εγώ φταίω που σε πίεσα.. Αν ήταν στο χέρι σου και μόνο θα το είχες σταματήσει καιρό τώρα.. Συγγνώμη, αντίο...", έπειτα έμεινε πλάι της μέχρι που ύστερα από αρκετή ώρα έφυγα, έφυγε...
Και το ανούσιο ταξίδι συνεχίστηκε.. Πλέον δεν ένιωθα τίποτα και ακόμη δεν καταλάβαινα.. Αλλά το ενδιαφέρον χάθηκε.. Δεν ήθελα να ξέρω πια.. Έκλεισα τ' ασήκωτα εκείνα βλέφαρα. Τα βήματα τώρα μου τρυπούσαν τ' αυτιά σε κάθε τους πάτημα και ο πόνος ήταν τόσο δυνατός λες και μου φύτευαν καρφιά στο στέρνο.. Δεν ήξερα πόση ώρα θ' άντεχα, αλλά δε μ' ένοιαζε.. Τα ξανάνοιξα. Τα πουλιά ξαφνικά πάγωσαν και έπεσαν όλα στο κενό.. Σε δευτερόλεπτα έσβησαν στο μαύρο. Μια κραυγή απόγνωσης σταμάτησε ακαριαία τη στενή φυλακή μου, μαζί και τον πόνο.. Ο λυτρωτικός ήχος ήρθε απ' το πουθενά. Δεν είδα κανέναν. Μόνο εκείνο το φως πάλι και ένα θολό παράθυρο.. Μέσα ένα ξύλινο τραπέζι και στο πάτωμα ένα μπουκαλάκι μ' ένα κόκκινο υγρό και δίπλα μια μικρή ζυγαριά... Αυτό.
Πάλι βήματα, τώρα πολύ πιο ελαφρά. Σχεδόν νεκρά.. Κάπου στο βάθος φάνηκε μια πόρτα και από πάνω ένα ρολόι.. Χωρίς αριθμούς. Το τέλος?... Κόντεψε και την τελευταία πηγή.. Ήταν μόνος του εκεί. Γνωστό πρόσωπο, αλλά δε θυμόμουν τόπο και χρόνο.. Και τότε... Μόλις τον κοίταξα κατάματα είχε ήδη συμβεί.. Τον έβλεπα πίσω απ' το τζάμι, εγώ στο σώμα μου και αυτός μάλλον στο δικό του.. Τώρα κατάλαβα. Και οι λέξεις βγήκαν από μόνες τους μέσα απ' το στόμα μου: "Ποτέ δε θα ευχόμουν ή θα επιδίωκα το κακό σου, αλλά αν ποτέ σου συμβεί κάτι πραγματικά κακό να με θυμηθείς"... Σιωπή ξανά. Χωρίς φωνές, χωρίς μελωδίες, χωρίς... Μόνο το τρίξιμο της πόρτας καθώς άνοιγε.. Όλα τα φώτα χάθηκαν. Ο λεπτοδείκτης σταμάτησε.. Τον έχασα απ' τα μάτια μου.. Βασίλεψε το μαύρο. Δεν έβλεπα πλέον τίποτα, δε μπορούσα να κουνηθώ.. Δεν ήμουν. Και αυτή η απόλυτη ησυχία με τρέλαινε.. Δεν υπήρχε πια λόγος να έχω ανοιχτά τα μάτια μου.. Για μια στιγμή αναρωτήθηκα, γιατί να έκλαιγε η γιαγιά?... Έσβησα.. Αυτό ήταν.

 


"Δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα, ο εγκέφαλος νεκρώθηκε τελείως", είπαν...

Κυριακή 27 Ιουνίου 2010

The Beauty And The Singer


Αυτή ήταν τόσο μικρή για τον κόσμο γύρω της και τα φτερά της τόσο αδύναμα για να πετάξει μακριά τους... Αυτός τόσο δυνατός στα μάτια των άλλων, αλλά και τόσο αδύναμος να τη βοηθήσει από εκεί κάτω χωρίς φτερά... Ήθελε, αλλά δε μπορούσε..
Και οι ελπίδες γερνούσαν καθώς ο χρόνος κυλούσε χωρίς ποτέ κανείς τους να μιλήσει.. Έτσι, αποδεχόμενος τη μοίρα τους, έμενε να την κοιτάζει κάθε πρωί και κάθε βράδυ να πετάει από λουλούδι σε λουλούδι με το πιο θλιμμένο τίναγμα φτερών που είχε γνωρίσει.. Τα χρώματά της σκόρπιζαν το μαύρο στον ανούσιο ουρανό του.. Και δάκρυζε η ψυχή του απ' την ανικανότητα της ύπαρξής του σε κάθε της βλέμμα.. Η θλίψη της, σαν δηλητήριο στη μικρή καρδιά του, του έτρωγε τη ζωή μέρα με τη μέρα και όμως εκείνη δεν ήξερε τίποτα.. Και αν υπήρχε κάτι να κάνει για να τη δει χαρούμενη θα το έκανε χωρίς δεύτερη σκέψη.. Ήταν έτοιμος ακόμη και να πεθάνει οποιαδήποτε στιγμή αρκεί εκείνη να του το ζητούσε ως αντάλλαγμα της ευτυχίας της.. Δυστυχώς όμως δε θα έφτανε ούτε αυτό...

Ο πόνος του είχε αρχίσει να γίνεται αβάσταχτος και η μόνη διέξοδος των αποπνικτικών συναισθημάτων του ήταν η μουσική.. Ήταν το κρυφό του καταφύγιο.. Έτσι κάθε νύχτα, αφού την έβλεπε να πέφτει για ύπνο, πήγαινε πίσω στο βάλτο του, εκεί ανάμεσα στα βράχια και έβρισκε μια άνετη θέση για να τραγουδήσει παρέα με την απόγνωσή του.. Και τραγουδούσε τόσο ωραία έλεγαν, που σε κάθε του νότα άνθιζε και ένα μπουμπούκι..
Ένα βράδυ όμως συνέβη κάτι απρόσμενο για την μίζερη καθημερινότητά τους.. Η πικρόγλυκη μελωδία της φωνής του σε συνδυασμό με την αϋπνία της την έφερε κοντά του.. Ήταν όμως τόσο ντροπαλή που φοβήθηκε να του αποκαλύψει την παρουσία της και έτσι έμεινε να κρυφακούει πίσω από ένα μικρό παπαρουνόφυλλο.. Τότε για πρώτη φορά στη ζωή της ένιωσε την απόλυτη ηρεμία.. Και ήταν τόσο όμορφο συναίσθημα.. Πλέον όλα γύρω της έμοιαζαν τόσο οικία που άφοβα έκλεισε τα μάτια της και χωρίς να σκέφτεται τίποτα αφέθηκε στη μεθυστική μουσική του...
Το επόμενο βράδυ τον επισκέφθηκε ξανά.. Κρυφά.. Και το ίδιο συνέβη και το παρεπόμενο και το παρεπόμενο.. Εθίστηκε μάλιστα τόσο πολύ που ένα βράδυ δε μπόρεσε να κρατηθεί και βγήκε απ' την κρυψώνα της.. Και έτσι, προτού καλά καλά το καταλάβει και η ίδια, μ' ένα χορευτικό φτερούγισμα είχε ήδη βρεθεί μπροστά του...

Ακολούθησαν μερικά δευτερόλεπτα απόλυτης σιωπής όπου και οι δύο είχαν παγώσει από αμηχανία.. Γρήγορα όμως όλα επανήλθαν με το πρώτο χαμόγελο.. Ναι, ήξερε τι έπρεπε να κάνει... Το τραγούδι συνεχίστηκε μέχρι το ξημέρωμα χωρίς κανείς τους να πει κουβέντα από φόβο μη χαλάσει τη μαγεία της στιγμής... Και ήταν η πιο όμορφη νύχτα της ζωής του..
Λίγο πριν φύγει του μίλησε... Ήταν η πρώτη φορά, οι πρώτες ντροπαλές λέξεις.. Έπειτα της μίλησε και αυτός.. Και είχε τόσα να της πει... Ποιος θα το πίστευε πως θα ερχόταν αυτή η στιγμή... Και ήταν τόσο χαρούμενοι και οι δύο λες και μόλις είχε ξεκινήσει η ζωή τους.. Και σίγουρα κάπως έτσι ήταν...

Αυτός την παρακολουθούσε κάθε μέρα και αυτή τον άκουγε κάθε νύχτα.. Τόσο καιρό ήταν τόσο κοντά, αλλά και τόσο μακριά ο ένας απ' τον άλλο χωρίς ουσιαστικό λόγο..
Τι χαζό και ανούσιο πράγμα η ντροπή... 
Από τότε ήταν κάθε μέρα μαζί και κανείς τους δε θα το άλλαζε αυτό για τίποτα.. Ένα βράδυ μάλιστα του είχε πει κιόλας πόσο χαρούμενη ήταν πλέον ακούγοντας τη μουσική του και από τότε αυτός της υποσχέθηκε πως δε θα ξανατραγουδήσει παρά μόνο για το πιο όμορφο πλάσμα του κόσμου... Με την ελπίδα να τη βλέπει για πάντα ευτυχισμένη...

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010

Flam's Dream

Μια φορά και έναν καιρό, σε μια χώρα όπου βασίλευε το χιόνι ζούσε ένας μικρός χιονάνθρωπος, ο Flam. Η χώρα λεγόταν Χιονόπετρα και ήταν η μοναδική την οποία δεν έβλεπε ο ήλιος, πάνω σ' ένα πλανήτη όπου δώδεκα μήνες το χρόνο έμενε ακίνητος.. Το όνομα αυτού, Zoopiter.. Εκεί πέρα η θερμοκρασία έφτανε μέχρι και τους -133C βαθμούς, έτσι όλοι οι άνθρωποι που κατοικούσαν εκεί είχαν πλέον γίνει χιονάνθρωποι απ' το κρύο και ζούσαν ήρεμα και ειρηνικά στον παγωμένο αυτό παράδεισο. Ζώα και φυτά δεν υπήρχαν, μόνο σε αγαλματάκια έξω απ' τις αυλές των πιο μεγάλων σπιτιών.
Ο Flam ήταν πολύ ευτυχησμένος σε αυτόν τον κόσμο, όχι γιατί ζούσε πλουσιοπάροχα, αλλά γιατί είχε ό,τι χρειαζόταν και αυτό του ήταν αρκετό. Βέβαια, ήταν μόνος γιατί οι δικοί του είχαν πεθάνει πολλά χρόνια πριν, όταν ακόμη ήταν άνθρωποι, αλλά τα έβγαζε πέρα και έτσι μια χαρά.. Η καλύβα του ήταν μικρή, ίσα που χωρούσε τρια άτομα και εξωτερικά δε γέμιζε και πολύ το μάτι, αλλά ήταν πολύ ζεστά στολισμένη από μέσα. Την αγαπούσε και την πρόσεχε με πολύ στοργή. Κάθε "πρωί" στις εννιά άναβε την τεράστια λάμπα που είχε έξω απ' το σπίτι του και μετά πήγαινε για τα ψώνια της ημέρας. Όταν επέστρεφε καθάριζε το σπιτάκι του απ' το χιόνι που είχε μαζευτεί μέσα την προηγούμενη μέρα και ύστερα ετοιμαζόταν να πάει για ψάρεμα. Που και που ψάρευε και για το γείτονα του, τον Hoopy, που ήταν ένας παππούλης χιονάνθρωπος μεγάλης ηλικίας και χρειαζόταν τη βοήθεια του για να ζήσει.. Μετά γύριζε πίσω για να δει την αγαπημένη του εκπομπή στην τηλεόραση. Ένα κουκλοθέατρο με ζώα.. Τα μόνα "αληθινά" που μπορούσε να δει.. Έπειτα ξεκουραζόταν για την απογευματινή του βόλτα. Όταν ερχόταν εκείνη η ώρα έβαζε το κασκόλ του και κατέβαινε μέχρι τη λίμνη. Του άρεσε πάρα πολύ να βλέπει τα πρώτα πρώτα αστέρια να χορεύουν στο ρυθμό αυτής της λίμνης, η οποία για κάποιο περίεργο λόγο δε πάγωνε ποτέ! Κάποιοι πίστευαν πως προστατευόταν από μια θεά η οποία ζούσε μέσα της, αλλά κανείς δεν ήξερε στα σίγουρα.. Καθόταν και παρακολουθούσε αυτό το θέαμα πολλές ώρες, όταν όμως πια έβγαινε και το φεγγάρι στον ουρανό, ήταν έτοιμος να γυρίσει πίσω στο φτωχικό του. Τέλος, έσβηνε τη μεγάλη λάμπα και αφού καληνυχτούσε το γεράκο της διπλανής πόρτας έπεφτε για ύπνο.. Αυτό γινόταν κάθε μέρα και όλα κυλούσαν όμορφα μέχρι που κάτι ξαφνικό τάραξε την ήσυχη ζωή του Flam και όλων των χιονανθρώπων...
Ένας τεράστιος κομήτης χτύπησε τον Zoopiter με μεγάλη ταχύτητα με αποτέλεσμα ο πλανήτης να πάρει μια μικρή κλίση, αρκετή για να επιτρέψει στον αδίστακτο ήλιο να δείξει τις άγριες διαθέσεις του στη γη της Χιονόπετρας.. Και αυτό ήταν και το τέλος της.. Τα χιόνια και οι πάγοι έλιωσαν, η μέρα έθαψε τη νύχτα και μια αφόρητη ζέστη αγκάλιασε τα σπίτια των χιονανθρώπων.. Μαύρες μέρες ξημέρωναν πια για τους κατοίκους της Χιονόπετρας και τον κακόμοιρο  Flam.. Μη έχοντας άλλη επιλογή, όσοι επέζησαν απ' την καταστροφή έφυγαν απ' τη χώρα για να βρουν αλλού και πάλι το λευκό χώμα.. Όμως ο μικρός Flam ήταν εκεί, περίμενε.. Τα μάτια του ακόμη δε μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που έβλεπαν. Του ήταν αδύνατο να φύγει. Δε μπορούσε ν' αφήσει πίσω του το καλυβάκι που τόσο αγαπούσε, τη μαγεμένη λίμνη και τα χαρούμενα αστέρια, τα πρωινά τρεχάματα, μια ολόκληρη ζωή... Ήξερε καλά όμως ότι αν έμενε δε θα άντεχε πολύ καιρό ακόμη.. Και εκείνη τη στιγμή της απόγνωσης, για καλή του τύχη, εμφανίστηκε μπροστά του ο Hoopy (απ' τους τελευταίους που έφυγαν απ' τη Χιονόπετρα) και του είπε κάτι που του έφερε ένα ελπιδοφόρο χαμόγελο στα κρύα χείλη του.. "Αν πραγματικά θέλεις να δεις και πάλι χιόνι σ' αυτόν τον τόπο υπάρχει κάποιος που ίσως μπορεί να σε βοηθήσει.. Λένε ότι σ' ένα μέρος μακριά από 'δω, στην άκρη του κόσμου, εκεί όπου τα δέντρα μιλάνε και τα σύννεφα κλαίνε, ζει μια μωβ νεράιδα η οποία πραγματοποιεί ευχές σε όποιον αγαπάει αληθινά.. Πρέπει όμως να το θέλεις πολύ και να ξέρεις πως ένα τέτοιο ταξίδι δεν έχει σίγουρη επιστροφή, ειδικά για ένα χιονάνθρωπο.. Καλή σου τύχη, αντίο", είπε και έφυγε.. Ο Flam τότε έμεινε για λίγο σκεπτικός και αφού ξανακοίταξε βιαστικά γύρω του πήρε την απόφαση του. Ξεκίνησε..
Ο στόχος του βρισκόταν μακριά και σε άγνωστο ακόμη σημείο. Ήξερε καλά ότι θα συναντούσε πολλά εμπόδια στο δρόμο του και πρωτόγνωρα γι' αυτόν μέρη, αλλά είχε κάνει πλέον την επιλογή του. Ήρθαν δύσκολες ώρες και ζεστές νύχτες, όμως δεν το 'βαζε κάτω.. Γνώρισε το φόβο και την απόλυτη μοναξιά, ταλαιπωρήθηκε πολύ αντιμετοπίζοντας τα χτυπήματα της φύσης, όμως και πάλι δεν έπεφτε.. Συνάντησε για πρώτη του φορά αληθινά ζώα, άκουσε το κελάιδημα των πουλιών, τα παιχνίδια των φύλλων στα δέντρα, το τραγούδι του λύκου και της κουκουβάγιας, τον ήχο που κάνει η θάλασσα όταν μαστιγώνει τα άτροτα γέρικα βράχια.. Γέμισε εμπειρίες... Και ήταν πια έτοιμος να φτάσει στην άκρη του κόσμου, ν' αντικρίσει τη πολυφημισμένη μωβ νεράιδα.. Ήξερε ότι πλέον ήταν κοντά.. Καθώς λοιπόν μια μέρα μετά από πολύ καιρό περιπλανιόταν σ' ένα ατελείωτο δάσος κάτι μαγικό συνέβει... Ένιωσε τις σταγόνες της βροχής να του χτυπούν το σώμα και μετά να θάβονται απαλά μέσα του.. Ήταν η πρώτη βροχή που έβλεπε, η πρώτη που άκουγε, που μύριζε.. Και τότε.. Τότε τα δέντρα του μίλησαν... "Έφτασες επιτέλους", είπαν. Ο Flam τρόμαξε στην αρχή, αλλά γρήγορα κατάλαβε που βρισκόταν.. Αμέσως ακολούθησε τις φωνές τους και βρέθηκε σ' ένα ξέφωτο πλημμυρισμένο από πολύχρωμες φούσκες.. Ήταν εκεί, την κοίταξε κατάματα και αυτή τότε του είπε με γλυκιά φωνή: "Καλως ήρθες, σε περίμενα. Ξέρω γιατί βρήσκεσαι εδώ και με χαρά σου λέω πως η ευχή σου πλέον πραγματοποιήθηκε.. Η Χιονόπετρα είναι και πάλι κατάλευκη όπως πριν, μπορείς να είσαι ήσυχος.."  Δυσκολεύτηκε λίγο στην αρχή να πιστέψει πως ήταν τόσο απλό, όμως αμέσως το πρόσωπό του έλαμψε και πάλι.. Μέσα του πετούσε απ' τη χαρά του και δεν ήξερε πως να ευχαριστήσει τη νεράιδα για το καλό που του έκανε. Τώρα πια το όνειρό του είχε γίνει πραγματικότητα και το μόνο που του έμενε ήταν απλά να επιστρέψει.. Ήταν όμως πολύ εξαντλημένος απ' το ταξίδι και έτσι η νεράιδα προσφέρθηκε να του κάνει μία χάρη ακόμη.. Του υπενθύμισε πως ήταν πολύ τυχερός που είχε καταφέρει να φτάσει ως εκεί και αφού τον προειδοποίησε πως μπορεί να μη μπορέσει να φτάσει μέχρι τη χώρα του σώος του πρόσφερε μια θέση στο μαγικό αυτό δάσος κάνοντάς τον όμως πρώτα κανονικό άνθρωπο.. Ο Flam ήταν πολύ στεναχωρημένος, αλλά ήξερε ότι είχε δίκιο.. Δε μπορούσε όμως με τίποτα ν' αφήσει κάτι που άρχισε με τόσο κόπο στη μέση.. Ήθελε να δει και πάλι τη χώρα του όπως την είχε γνωρίσει... Το σκέφτηκε λίγο ακόμη, αλλά τελικά δεν άλλαξε γνώμη. Θα γύριζε πίσω όποιο κι αν ήταν το τίμημα.. Έτσι, αποχαιρέτησε τη μωβ νεράιδα, τα ζώα και τα δέντρα του δάσους και αφού του ευχήθηκαν καλή τύχη έφυγε..
Πέρασαν ώρες, μέρες, μήνες και ο μικρός χιονάνθρωπος δεν άντεχε πια.. Είχε ήδη αρχίσει σιγά σιγά να λιώνει, όμως δεν σκέφτηκε ούτε στιγμή να τα παρατήσει.. Και τελικά τα κατάφερε.. Παρά τις αντίξοες συνθήκες έφτασε.. Και ναι, η νεράιδα έλεγε αλήθεια.. Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του όταν είδε ξανά την άσπρη γη που τόσο αγαπούσε και το πυκνό χιόνι να χαϊδεύει τις κορυφές των λόφων, όπως τότε... Έμεινε εκεί. Στεκοτάν ακίνητος να παρακολουθεί το μαγικό αυτό θέαμα.. Σιωπηλός, ολοκληρωμένος, ευτυχισμένος.. Ώσπου μετά από λίγη ώρα έγινε ένα με τη Χιονόπετρα...

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

Chipaffy's Journey

 

Μια φορά και έναν καίρο, σ' ένα μαγεμένο δάσος όπου βασίλευε η αγάπη, υπήρχε μια μικροσκοπική καλύβα στην οποία ζούσαν τρεις γέροι νάνοι και ένας πελεκάνος. Το δάσος αυτό δεν υπήρχε σε κανένα χάρτη, με αποτέλεσμα κανείς να μη μπορεί να ενοχλήσει τη γαλήνια ζωή των πλασμάτων που ζούσαν εκεί. Οι νάνοι λοιπόν, με τη βοήθεια του πελεκάνου, πραγματοποιούσαν ευχές στα ζώα του δάσους που τους χρειάζονταν..

Ένα κρύο βράδυ του χειμώνα ένα περίεργο γράμμα έφτασε στην πόρτα του φτωχικού τους.. "Παρακαλώ πολύ, θα ήθελα ν' αποκτήσω ένα αδερφάκι", έγραφε. Ήταν σταλμένο απ' την οικογένεια κουνελιών, Πίτμπερρυ.. Βέβαια, το γράμμα ήταν μάλλον από το μικρό, κίτρινο κουνελάκι Μπέννυ, που ήταν και το μοναδικό παιδί τους, αλλά οι νάνοι είχαν την υποχρέωση να πραγματοποιούν κάθε ευχή που τους ερχόταν. Έτσι, το επόμενο πρωί ο πελεκάνος ξεκίνησε με ένα σακούλι δεμμένο στο δεξί του πόδι να πάει στην οικία Πίτμπερρυ. Μόλις έφτασε εκεί, το άφησε γρήγορα και αφού χτύπησε δύο φορές την πόρτα έφυγε.. Όταν όμως μητέρα του Μπέννυ άνοιξε την πόρτα αντίκρυσε κάτι που την ξάφνιασε... Αμέσως έτρεξε μέσα ν' ανακοινώσει τα νέα και στους υπόλοιπους.. Ο Μπέννυ δε μπορούσε να σταματήσει να χοροπηδάει απ' τη χαρά του και να κάνει κύκλους γύρω απ' το τραπέζι. Πρέπει να 'χει γίνει κάποιο λάθος, είπε η μητέρα σιγανά και άνοιξε το σακούλι πάνω στο τραπέζι. Αμέσως τα χοροπηδητά σταμάτησαν.. Έμειναν για λίγη ώρα σκεπτικοί όταν ακούστηκε η φωνή του πατέρα να λέει: "Όπως και να 'χει θα το κρατήσουμε. Δε μπορούμε ν' αρνηθούμε ένα δώρο της φύσης."
Ήταν ένα μικρό πιθηκάκι που μάλλον είχε μπει καταλάθος στο σακούλι που προοριζόταν για τους Πίτμπερρυ. Αυτό βέβαια είχε στεναχωρήσει λίγο το κίτρινο κουνελάκι στην αρχή, αλλά υποσχέθηκε να μάθει ν' αγαπάει τον Τσιπαφφί, όπως τον ονόμασαν, σαν να ήταν πραγματικός του αδερφός. Οι μερές περνούσαν όμορφα και τα δύο αδερφάκια είχαν αρχίσει να δένονται όλο και πιο πολύ όσο μεγάλωναν. Μια μέρα όμως, ο μικρός Τσιπαφφί παρατήρησε κάτι που του δημιούργησε μία απορία. Κοιτάζοντας μια οικογενειακή φωτογραφία στο σπίτι είδε πως όλοι έμοιαζαν μεταξύ τους εκτός από αυτόν και αμέσως έτρεξε στη μητέρα του. Μαμά, εγώ γιατί δε μοιάζω μαζί σου, ρώτησε. Τότε η μητέρα του τον κοίταξε κατάματα με το πιο γλυκό της βλέμμα και μη μπορώντας να του πει ψέματα, του διηγήθηκε όλη την ιστορία απ' την αρχή.. Ο Τσιπαφφί αρνήθηκε λίγο να το πιστέψει, αλλά ξανα-κοιτώντας την φωτογραφία κατάλαβε πως η μητέρα του έλεγε την αλήθεια. Της χαμογέλασε και αφού την αγκάλιασε έφυγε σιωπηλός προς το δωμάτιό του. Το επόμενο πρωινό πήρε μια σοβαρή απόφαση. Θα έπαιρνε μερικά απαραίτητα πράγματα μαζί του και θα πήγαινε να βρει τους πραγματικούς του γονείς χωρίς να το μάθει κανείς.. Όμως δε μπορούσε να πάει μόνος του σ' ένα τόσο μεγάλο ταξίδι, έπρεπε κάποιος να τον βοηθήσει.. Και ήξερε ποιον μπορούσε να εμπιστευτεί.. Πριν καλά καλά ξημερώσει λοιπόν, πήγε και ξύπνησε το Μπέννυ και του είπε βιαστικά το σχέδιό του.. Ο Μπέννυ αγαπούσε τόσο πολύ το μικρό του αδερφάκι που δέχτηκε αμέσως. Έτσι ξεκίνησαν να περιπλανιούνται μέσ' στο δάσος με πρώτο σκοπό να βρουν την καλύβα των νάνων..
Πέρασαν ώρες κάνοντας κύκλους χωρίς αποτέλεσμα και είχαν εξαντληθεί αρκετά, όταν για καλή τους τύχη πέτυχαν στο δρόμο τους τον πελεκάνο, ο οποίος τους έδειξε το δρόμο για το σπίτι των σοφών. Όταν έφτασαν εκεί, ο Τσιπαφφί μπήκε διστακτικά μέσα έτοιμος ν' αντικρίσει την όποια αλήθεια για το παρελθόν του.. Οι σοφοί μόλις τον είδαν κατάλαβαν αμέσως το λόγο για τον οποίο τους είχε επισκεφτεί. Μπορείτε να μου πείτε που βρίσκονται οι αληθινοί μου γονείς, ρώτησε. Ο πιο γέρος απ' τους νάνους τότε του είπε με βροντερή φωνή: "Η απάντηση στο ερώτημα σου είναι άγνωστη. Οι πραγματικοί σου γονείς ζουν κάπου έξω απ' το δάσος και πέρα απ' τη θάλασσα. Πρέπει να ταξιδεύεις μήνες και μήνες κολυμπώντας αν θες να τους βρεις. Σου ζητούμε συγγνώμη για το λάθος που κάναμε τότε, αλλά αυτό είναι πέρα απ' τις δυνάμεις μας και δε μπορούμε να σε βοηθήσουμε περισσότερο.. Καλή σου τύχη." Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια ο μικρός Τσιπαφφί στεναχωρήθηκε πάρα πολύ και έφυγε απ' την καλύβα με σκυφτό το κεφάλι. Μη έχοντας άλλη επιλογή, τα δύο αδερφάκια πήραν το δρόμο της επιστροφής...
Οι γονείς τους είχαν ανησυχήσει και μόλις τους είδαν έβαλαν τις φωνές, αλλά κανείς τους δεν είπε τίποτα για ό,τι συνέβει..
Πέρασαν αρκετές μέρες απ' το γεγονός, αλλά ο Τσιπαφφί δεν το 'βγαζε απ' το μυαλό του.. Και ένα πρωί κάτι ξαφνικό συνέβει στην οικογένεια Πίτμπερρυ... Έψαχναν παντού, αλλά ο Τσιπαφφί δεν ήταν πουθενά.. Μα που να 'χει πάει, σκέφτηκε ο Μπέννυ όταν ξαφνικά θυμήθηκε... Αμέσως έτρεξε έξω απ' το σπίτι και έξω απ' το ΄δασος, εκεί όπου ξεκινούσε η θάλασσα.. Και τότε τον είδε. Φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε, αλλά είχε ήδη φτάσει πολύ μακριά για να επιστρέψει πια.. Και πλέον ο μικρός Μπέννυ δε μπορούσε να κάνει τίποτα.. Ήξερε όμως ότι αυτό ήταν που πραγματικά ήθελε ο αγαπημένος του αδερφός.. Έτσι λοιπόν του ευχήθηκε καλή τύχη με όλη του την καρδιά και έμεινε να τον κοιτάζει μέχρι που χάθηκε στο φως του ήλιου...
Ένα δάκρυ κύλλησε απ' τα μάτια του και ένα ψιθυριστό αντίο βγήκε απ' το μικροσκοπικό του στόμα...

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010

New Year's Eve

 
01.01.2010
Ώρα 04:33


Περπατούσε για ώρες  μεσ' στο χιόνι με το κεφάλι σκυφτό. Δεν κοίταξε πίσω της, αλλά ούτε και μπροστά της. Δεν την ένοιαζε. Όχι πια.. Δεν νοιαζόταν καν αν κρύωναν τα ξυπόλυτα πόδια της, η αν δεν ξημέρωνε ποτέ πια ξανά στην μαύρη και ήσυχη πόλη της. Δεξιά της, μαρμαρόπλακες η μια δίπλα στην άλλη σαν περιποιημένοι τάφοι και από πίσω τους μικροί ξεραμένοι θάμνοι, βιασμένοι απ' τον καιρό και τα χρόνια. Αριστερά της υπήρχαν μόνο παγκάκια κάθε τριάντα μέτρα περίπου. Όλα βαμμένα στ' άσπρα. Το άσπρο της σιωπής, το άσπρο της μοναξιάς.. Κι εκείνη περπατούσε ίσια, όπου την έβγαζε ο δρόμος, κοιτώντας συνεχώς  την ανύπαρκτη σκιά της... Κάπου στο βάθος ακούστηκε ένας κρότος και κάτι γέλια. Λίγο πιο πέρα, ομιλίες και τσουγκρίσματα από ένα καλοστολισμένο σπίτι έπνιγαν την ηρεμία του δρόμου. Και η φασαρία  τους όλο και δυνάμωνε. Μα αυτή δε νοιάστηκε. Τουλάχιστον αυτό ήθελε να δείξει.. Και προσπέρασε το σπίτι σε μια απελπιστική προσπάθεια να χαμογελάσει...
Κάπου σε κάποιο μέρος ίσως κάποιος ν' ανησυχούσε για το που βρισκόταν. Ίσως και όχι. Όπως και να 'χε ήταν πλέον αργά. Ούτε αυτή ήξερε που βρισκόταν. Είχε ήδη αρχίσει να ξημερώνει και τα φώτα στο βάθος σιγά σιγά έσβηναν. Τότε σταμάτησε για λίγο να κάνει παρέα σ' έναν ακέφαλο χιονάνθρωπο, του οποίου το πρόσωπο είχε κομμάτιαστει στο παγωμένο έδαφος. Και εκεί ακριβώς την είδα. Ήταν ένα κορίτσι γύρω στα έντεκα, ολομόναχο και εξουθενωμένο..
Έσκυψε και μάζεψε ένα μισοσπασμένο καρότο και όλες τις ελιές που κάποτε ήταν στόμα και μάτια. Πόσες μέρες είχε να φάει, σκέφτηκα. Έβαλε προσεκτικά με τα μικροσκοπικά χεράκια της τα (ας πούμε) φαγώσιμα στην τσέπη της και αφού φόρεσε το καπέλο και το κασκόλ του συνέχισε το δρόμο της.. Εγώ την ακολούθησα από περιέργεια, ίσως και λίγο θλίψη που ένιωσα στιγμιαία.. Μετά από λίγο μάλλον το κατάλαβε, αλλά δεν γύρισε ούτε καν να με κοιτάξει. Εγώ δεν καταλάβαινα και πολλά, γιατί νωρίτερα ήμουν με κάτι φίλους γιορτάζοντας το νέο έτος και είχαμε πιεί λιγάκι.. Ένιωσα ότι περπατούσαμε ώρες, μέρες, σ' ένα ατέλειωτο μονοπάτι, αλλά κάτι μέσα μου μου έλεγε να συνεχίσω. Σαν να έπρεπε. Σαν να την ήξερα.. Όμως φοβόμουν να της μιλήσω, να τη ρωτήσω.
Ξαφνικά ένας περίεργος θόρυβος ακούστηκε και μου τράβηξε την προσοχή.. Γύρισα για λίγο το κεφάλι μου και αυτό ήταν αρκετό για να τη χάσω απ' τα μάτια μου... Χωρίς να σκεφτώ τίποτα έτρεξα. Κοιτούσα τα στενά ένα ένα αριστερά και δεξιά μήπως και τη βρω. Άδικα όμως.. Και πάνω που είχα αρχίσει να χάνω τις ελπίδες μου, μέσα σ' ένα στενό-αδιέξοδο, τη βρήκα. Στο περίπου... Ένας πρόχειρα φτιαγμένος μικρός χιονάνθρωπος μαζί με όλες τις ελιές, το καρότο, το κασκόλ και το καπέλο, μου χαμογελούσε. Και μπροστά του ένα μικρό χαρτάκι που έγραφε:

"
Σταμάτα να μ' ακολουθείς. Ζήσε τη ζωή σου, βρες το δικό σου μονοπάτι! Σ' ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σου, αλλά ως εδώ ήταν.. Καλή χρονιά."

Και αυτή ήταν ξαπλωμένη δίπλα του τόσο γαλήνια, σαν να κοιμόταν πάνω σε βασιλικό στρώμα. Το στρώμα στο οποίο έκλεισε για τελευταία φορά τα μάτια της...

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

The Purple Cloud's Story

Αρμονία, Γαλήνη, Ηρεμία...  Φόβος, Άγχος, Σιωπή...

Ένας απόκοσμος ήχος ακούστηκε, λες και ταξίδευε μήνες μέχρι να φτάσει στ' αυτιά μου. Ξαφνικά ταράχτηκε η ησυχία μου κι άνοιξα απότομα τα μάτια μου. Τινάχτηκα πάνω σαν να είχα ξυπνήσει από εφιάλτη και θα ορκιζόμουν πως έτσι ήταν, γιατί το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι ότι είχα ξαπλώσει στο κρεβάτι μου. Όμως τώρα δεν ήμουν εκεί.. Ήμουν πάνω σ' ένα σύννεφο που έβρεχε αστέρια από ύψος περίπου δεκαπέντε μέτρων. Πολύχρωμα, μικρά αστέρια που έπεφταν σιγά σιγά, μέχρι που βυθίζονταν μέσα στο λιβάδι που βρισκόταν από κάτω μας. Ένα λιβάδι που έφτανε μέχρι εκεί που μπορούσε να δει το ανθρώπινο μάτι.. Τριγύρω έβλεπες παντού μαύρες ξύλινες κολόνες διασκορπισμένες από 'δω και από 'κει χωρίς ιδιαίτερο λόγο ύπαρξης. Και στο βάθος κάτι κοκαλιάρικα δέντρα που περίμεναν το τέλος τους..
Και μου ήταν όλα τόσο άγνωστα.. Μα που είχαν πάει όλοι?.. Και ξανά ο ίδιος ήχος..
Ξαφνικά σκοτείνιασε και θόλωσαν τα πάντα. Και η αστεροβροχή σταμάτησε..
Ήταν λες και τους κοίταζα μέσα από γκρίζα τζάμια μεσ' στην ομιχλώδης νύχτα.. Αλλά τους έβλεπα. Ήμουν σίγουρος. Ήταν πέντε και όλοι γνωστοί. Ντυμένοι στ' άσπρα και φορώντας μάσκες απορίας πετούσαν γύρω μου.. Βέβαια, σε πιο χαμηλό ύψος, αλλά πολύ πάνω απ' το έδαφος.. Δε μιλούσαν, ούτε ξέρω αν μ' έβλεπαν. Άδικα προσπαθούσα να φωνάξω, δεν έβγαινε ούτε λέξη απ' το στόμα μου... Μετά πήδηξα κάτω αγνοώντας το ύψος σκεπτόμενος πως το χειρότερο που θα μπορούσε να μου συμβεί ήταν να πεθάνω, αλλά ακόμη κι αυτό θα ήταν καλύτερο απ' το να βρίσκομαι εκεί..
Τελικά δεν πέθανα. Με το που άγγιξα τη γη εμφανίστηκα στο δωμάτιο μου, στο κρεβάτι μου.. Κ' έμοιαζαν όλα εντάξει. Αμέσως βγήκα στο μπαλκόνι και είδα ότι όντως, όλα ήταν φυσιολογικά. Ηρέμησα προς στιγμήν  όταν ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο.. Μιας και δεν ήταν κανείς στο σπίτι πήγα μέσα να το σηκώσω, αν και ένιωθα ότι δεν έπρεπε..

Α: Παρακαλώ?
?: Ξέρετε, τηλεφωνούμε από...
Α: Αλήθεια? Πότε?..
................................

Είπαν πως ήταν δυστύχημα, αλλά ακόμη κανείς δεν είναι σίγουρος. Άφησα το ακουστικό να γλιστρήσει από το χέρι μου. Πλέον και οι πέντε πετούσαν προς το μοβ μου συννεφάκι...  Ένα δάκρυ ίσως και να κύλησε...

Kiitos...