To The Next Step, 'Till The Last Step...

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

Day/Night


Τη μέρα, είμαι τόσο ήρεμος... Βγαίνω έξω, χάνομαι μέσα τους και δε με ψάχνω πια.. Μέσα σε κάθε ήχο, μέσα στη βαβούρα του κόσμου, μακριά από κάθε σκέψη, από κάθε εικόνα σου. Μέσα στη θλίψη τους θάβω τη δική μου, με την ελπίδα να μην τη ξαναβρώ ποτέ. Τη μέρα, ξεχνάω ότι υπάρχεις όλο και περισσότερο σε κάθε βήμα μου και αδιαφορώ για κάθε τι που σε θυμίζει γύρω μου. Δε με νοιάζει ακόμη κι αν πάψεις πια ν' αναπνέεις.. Τη μέρα, μπλέκομαι μεσ' στα χρώματα της φύσης και σβήνει απ' το μυαλό μου εκείνο το βλέμα που σε κάθε του ευκαιρία είναι έτοιμο να με κατασπαράξει και να με κάνει κομμάτια μπροστά στην αγγελική σου ομορφιά.. Τη μέρα, κολυμπάω παρέα με τις πιο χαρούμενες νότες μιας μινόρε θάλασσας και κοιτάζω τα γαλάζια σύννεφα στον ουρανό καθώς βρέχει. Και ένα γαλήνιο αεράκι διώχνει μακριά μέχρι και την τελευταία υποψία της μυρωδιάς σου. Τη μέρα, στο παρελθόν πνίγεται η φωνή σου και νιώθω ασφαλής ξέροντας πως δεν υπάρχει τίποτα να με λυγίσει, να με πονέσει, τίποτα να τρομάξει όσο εσύ...


Όμως σαν έρθει η νύχτα... Όλα επιστρέφουν πίσω με απίστευτη ταχύτητα.. Τη νύχτα, είμαι αδύναμος πια να πολεμίσω. Και κάθε φορά φοβάμαι μήπως δεν αντέξω ως την ανατολή. Άοπλος και ανίκανος ν' αντισταθώ, παραδίνομαι στο μαύρο τ' ουρανού που περιμένει να με βυθίσει πάλι στο εγώ μου.. Και με πετροβολούν οι σκέψεις μόλις πέφτω στο κρεβάτι, μέχρι να δακρύσω... Τη νύχτα, σε θέλω δίπλα μου, γιατί δε μπορώ τη στιγμή που πρέπει να κλείσω τα μάτια.. Δε μπορώ την απόλυτη σιωπή που βασιλεύει στο κλουβί μου και το απείραχτο μαξιλάρι δίπλα μου.. Δε μπορώ να κοιτάζω απ' το παράθυρο και να βλέπω τα ζευγάρια να κρατιούνται χέρι χέρι χαμογελώντας ο ένας στον άλλο, ν' ακούω το βραδυνό αεράκι να καληνυχτίζει τα φύλλα στο δέντρο χαϊδεύοντάς τα, καθώς αυτά χορεύουν στο έλεος του. Τη νύχτα, τρέμω στη σκέψη πως μπορεί να κοιμάσαι στην αγκαλιά κάποιου άλλου, πως όταν ξυπνάς άλλος σε φιλάει για καλημέρα.. Και αντικρίζοντας την φωτογραφία απέναντι στον τοίχο βουλιάζω στο βάλτο των συναισθημάτων, εκεί όπου σε πρωτογνώρισα.. Τη νύχτα, τρέχω να σε βρω και να σου μιλήσω στα όνειρα, αλλά κ' εκεί αποτυγχάνω.. Και η απραξία στο πέρασμα του χρόνου μου τρώει την ψυχή μέρα με τη μέρα.. Και ξέρω ότι δε θ' αντέξω πολύ ακόμη μακριά σου. Και όλα αυτά τα ίσως, αν, αν δεν, θα, μου σιγοτραγουδούν κοροϊδεύοντάς με γιατί ξέρουν, πως...           Τη νύχτα, σ' αγαπώ..

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

I Was... (card's theory)




Υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν είναι θέμα λογικής, που απλά δεν μπορείς να τα καταλάβεις αν δεν τα νιώσεις...

Αν κάποια στιγμή μου 'λεγες ότι θα 'ρθει μια μέρα σαν κι αυτή, δε θα το πίστευα. Θα έκοβα το κεφάλι μου ότι κάποια πράγματα δεν γίνεται ν' αλλάξουν ό,τι κι αν γίνει. Έκανα λάθος.. Και ξέρεις γιατί? Γιατί εμπιστεύτηκα κάποιους ανθρώπους, κάποιες καταστάσεις σε τέτοιο σημείο που αυτό, το είχα βγάλει απ' το μυαλό μου. Και νά που έγινε. Τελικά, κατάλαβα πως όλα μπορούν να συμβούν, όλα...
Και μη μου πεις πως με καταλαβαίνεις, πως με πιστεύεις, γιατί δε μπορείς. Όση καλή θέληση κι αν έχεις, όση διάθεση, απλά δε μπορείς. Και να σου πω ένα μυστικό? Τίποτα πλέον δε μπορεί να γίνει όπως ήταν.. Μη ξεγελιέσαι απ' το περιτύλιγμα, αυτό είναι  για τους τρίτους, γι' αυτούς που δεν ξέρουν, που δε βλέπουν πίσω απ' τις σκιές.
Όταν ένα τραπουλόχαρτο το στραβώσεις, ό,τι κι αν κάνεις δε μπορείς να το επιστρέψεις στην τέλεια αρχική του μορφή. Είναι πλέον σημαδεμένο και ταυτόχρονα καταστρέφει και όλη την τράπουλα..
Το μόνο που ίσως μπορείς να κάνεις είναι να βολευτείς με μια παρόμοια κατάσταση, όμως ξέρεις και 'συ, και αυτός και όλοι τους καλά πως δεν είναι το ίδιο.. Γι' αυτό και (ξ)έφυγα.. Και πίστεψέ με, δε γύρισα. Δεν είναι αυτό που βλέπεις, δεν είμαι αυτός που ήμουν.. Και στο ξαναλέω, μη συγκρίνεις γιατί θα μπερδευτείς. Θα δεις πράγματα να συμβαίνουν για πρώτη φορά, που δεν τα περίμενες από 'μένα. Και λογικό είναι πλέον.. Όλα μπορούν να συμβούν, όλα...
Γι' αυτό σου λέω, μη μου ζητάς εξηγήσεις. Δεν έχω τίποτα να σου πω για κάτι που δεν έγινε, που δεν έκανα.. Δεν είναι ότι σε μισώ. Όχι, αυτό δε θα μπορούσα να το νιώσω.. Δε θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να νιώσω έτσι για κάποιον που μόλις γνώρισα...






(Για αυτούς που διαβάζουν στα κρυφά... Ξέρεις εσύ.)

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010

New Year's Eve

 
01.01.2010
Ώρα 04:33


Περπατούσε για ώρες  μεσ' στο χιόνι με το κεφάλι σκυφτό. Δεν κοίταξε πίσω της, αλλά ούτε και μπροστά της. Δεν την ένοιαζε. Όχι πια.. Δεν νοιαζόταν καν αν κρύωναν τα ξυπόλυτα πόδια της, η αν δεν ξημέρωνε ποτέ πια ξανά στην μαύρη και ήσυχη πόλη της. Δεξιά της, μαρμαρόπλακες η μια δίπλα στην άλλη σαν περιποιημένοι τάφοι και από πίσω τους μικροί ξεραμένοι θάμνοι, βιασμένοι απ' τον καιρό και τα χρόνια. Αριστερά της υπήρχαν μόνο παγκάκια κάθε τριάντα μέτρα περίπου. Όλα βαμμένα στ' άσπρα. Το άσπρο της σιωπής, το άσπρο της μοναξιάς.. Κι εκείνη περπατούσε ίσια, όπου την έβγαζε ο δρόμος, κοιτώντας συνεχώς  την ανύπαρκτη σκιά της... Κάπου στο βάθος ακούστηκε ένας κρότος και κάτι γέλια. Λίγο πιο πέρα, ομιλίες και τσουγκρίσματα από ένα καλοστολισμένο σπίτι έπνιγαν την ηρεμία του δρόμου. Και η φασαρία  τους όλο και δυνάμωνε. Μα αυτή δε νοιάστηκε. Τουλάχιστον αυτό ήθελε να δείξει.. Και προσπέρασε το σπίτι σε μια απελπιστική προσπάθεια να χαμογελάσει...
Κάπου σε κάποιο μέρος ίσως κάποιος ν' ανησυχούσε για το που βρισκόταν. Ίσως και όχι. Όπως και να 'χε ήταν πλέον αργά. Ούτε αυτή ήξερε που βρισκόταν. Είχε ήδη αρχίσει να ξημερώνει και τα φώτα στο βάθος σιγά σιγά έσβηναν. Τότε σταμάτησε για λίγο να κάνει παρέα σ' έναν ακέφαλο χιονάνθρωπο, του οποίου το πρόσωπο είχε κομμάτιαστει στο παγωμένο έδαφος. Και εκεί ακριβώς την είδα. Ήταν ένα κορίτσι γύρω στα έντεκα, ολομόναχο και εξουθενωμένο..
Έσκυψε και μάζεψε ένα μισοσπασμένο καρότο και όλες τις ελιές που κάποτε ήταν στόμα και μάτια. Πόσες μέρες είχε να φάει, σκέφτηκα. Έβαλε προσεκτικά με τα μικροσκοπικά χεράκια της τα (ας πούμε) φαγώσιμα στην τσέπη της και αφού φόρεσε το καπέλο και το κασκόλ του συνέχισε το δρόμο της.. Εγώ την ακολούθησα από περιέργεια, ίσως και λίγο θλίψη που ένιωσα στιγμιαία.. Μετά από λίγο μάλλον το κατάλαβε, αλλά δεν γύρισε ούτε καν να με κοιτάξει. Εγώ δεν καταλάβαινα και πολλά, γιατί νωρίτερα ήμουν με κάτι φίλους γιορτάζοντας το νέο έτος και είχαμε πιεί λιγάκι.. Ένιωσα ότι περπατούσαμε ώρες, μέρες, σ' ένα ατέλειωτο μονοπάτι, αλλά κάτι μέσα μου μου έλεγε να συνεχίσω. Σαν να έπρεπε. Σαν να την ήξερα.. Όμως φοβόμουν να της μιλήσω, να τη ρωτήσω.
Ξαφνικά ένας περίεργος θόρυβος ακούστηκε και μου τράβηξε την προσοχή.. Γύρισα για λίγο το κεφάλι μου και αυτό ήταν αρκετό για να τη χάσω απ' τα μάτια μου... Χωρίς να σκεφτώ τίποτα έτρεξα. Κοιτούσα τα στενά ένα ένα αριστερά και δεξιά μήπως και τη βρω. Άδικα όμως.. Και πάνω που είχα αρχίσει να χάνω τις ελπίδες μου, μέσα σ' ένα στενό-αδιέξοδο, τη βρήκα. Στο περίπου... Ένας πρόχειρα φτιαγμένος μικρός χιονάνθρωπος μαζί με όλες τις ελιές, το καρότο, το κασκόλ και το καπέλο, μου χαμογελούσε. Και μπροστά του ένα μικρό χαρτάκι που έγραφε:

"
Σταμάτα να μ' ακολουθείς. Ζήσε τη ζωή σου, βρες το δικό σου μονοπάτι! Σ' ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σου, αλλά ως εδώ ήταν.. Καλή χρονιά."

Και αυτή ήταν ξαπλωμένη δίπλα του τόσο γαλήνια, σαν να κοιμόταν πάνω σε βασιλικό στρώμα. Το στρώμα στο οποίο έκλεισε για τελευταία φορά τα μάτια της...

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

The Purple Cloud's Story

Αρμονία, Γαλήνη, Ηρεμία...  Φόβος, Άγχος, Σιωπή...

Ένας απόκοσμος ήχος ακούστηκε, λες και ταξίδευε μήνες μέχρι να φτάσει στ' αυτιά μου. Ξαφνικά ταράχτηκε η ησυχία μου κι άνοιξα απότομα τα μάτια μου. Τινάχτηκα πάνω σαν να είχα ξυπνήσει από εφιάλτη και θα ορκιζόμουν πως έτσι ήταν, γιατί το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι ότι είχα ξαπλώσει στο κρεβάτι μου. Όμως τώρα δεν ήμουν εκεί.. Ήμουν πάνω σ' ένα σύννεφο που έβρεχε αστέρια από ύψος περίπου δεκαπέντε μέτρων. Πολύχρωμα, μικρά αστέρια που έπεφταν σιγά σιγά, μέχρι που βυθίζονταν μέσα στο λιβάδι που βρισκόταν από κάτω μας. Ένα λιβάδι που έφτανε μέχρι εκεί που μπορούσε να δει το ανθρώπινο μάτι.. Τριγύρω έβλεπες παντού μαύρες ξύλινες κολόνες διασκορπισμένες από 'δω και από 'κει χωρίς ιδιαίτερο λόγο ύπαρξης. Και στο βάθος κάτι κοκαλιάρικα δέντρα που περίμεναν το τέλος τους..
Και μου ήταν όλα τόσο άγνωστα.. Μα που είχαν πάει όλοι?.. Και ξανά ο ίδιος ήχος..
Ξαφνικά σκοτείνιασε και θόλωσαν τα πάντα. Και η αστεροβροχή σταμάτησε..
Ήταν λες και τους κοίταζα μέσα από γκρίζα τζάμια μεσ' στην ομιχλώδης νύχτα.. Αλλά τους έβλεπα. Ήμουν σίγουρος. Ήταν πέντε και όλοι γνωστοί. Ντυμένοι στ' άσπρα και φορώντας μάσκες απορίας πετούσαν γύρω μου.. Βέβαια, σε πιο χαμηλό ύψος, αλλά πολύ πάνω απ' το έδαφος.. Δε μιλούσαν, ούτε ξέρω αν μ' έβλεπαν. Άδικα προσπαθούσα να φωνάξω, δεν έβγαινε ούτε λέξη απ' το στόμα μου... Μετά πήδηξα κάτω αγνοώντας το ύψος σκεπτόμενος πως το χειρότερο που θα μπορούσε να μου συμβεί ήταν να πεθάνω, αλλά ακόμη κι αυτό θα ήταν καλύτερο απ' το να βρίσκομαι εκεί..
Τελικά δεν πέθανα. Με το που άγγιξα τη γη εμφανίστηκα στο δωμάτιο μου, στο κρεβάτι μου.. Κ' έμοιαζαν όλα εντάξει. Αμέσως βγήκα στο μπαλκόνι και είδα ότι όντως, όλα ήταν φυσιολογικά. Ηρέμησα προς στιγμήν  όταν ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο.. Μιας και δεν ήταν κανείς στο σπίτι πήγα μέσα να το σηκώσω, αν και ένιωθα ότι δεν έπρεπε..

Α: Παρακαλώ?
?: Ξέρετε, τηλεφωνούμε από...
Α: Αλήθεια? Πότε?..
................................

Είπαν πως ήταν δυστύχημα, αλλά ακόμη κανείς δεν είναι σίγουρος. Άφησα το ακουστικό να γλιστρήσει από το χέρι μου. Πλέον και οι πέντε πετούσαν προς το μοβ μου συννεφάκι...  Ένα δάκρυ ίσως και να κύλησε...

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

For You




Το έβαλα στη θέση του...

Το άφησα εκεί και σηκώθηκα. Μετά πήγα προς το μπαλκόνι και μ' ένα άλμα έφυγα. Πέταξα...
Ούτε καν πρόλαβα να σε χαιρετήσω. Δεν ξέρω ποιο ήταν το σωστό, τι έπρεπε να κάνω. Ξέρω όμως ότι όσο πιο πολύ το σκέφτεσαι τόσο πιο πολύ απομακρήνεσαι απ' το να το κάνεις, γι' αυτό κ' έπραξα γρήγορα. Εντάξει μπορεί να μην είχα στη διάθεσή μου τα κατάλληλα "εργαλεία", αυτά που ίσως θα 'θελα, αυτά που ίσως σου άξιζαν, αλλά κι αυτό έκανε τη δουλειά του. Και όλα τριγύρω ξαφνικά αναστατώθηκαν και άρχισαν να σβήνουν καθώς το κόκκινο μας χαμογελούσε. Δέκα εκατοστά περίπου, μπορεί και περισσότερα, φώλιασαν μέσα σου. Κ' έστεισαν ξέφρενο χορό μαζί με ό,τι υπήρχε εκεί. Φόβος, μίσος, ζήλια (κ' ό,τι άλλο έκρυβες καλά τόσο καιρό στο βάθος της)... Και τι δε θα 'δινα για να ήμουν εγώ στη θέση τους, εκεί μέσα...

Δεν ξέρω αν θυμάσαι, αλλά στο είχα πει κάποτε: "Θα σε πάρω μαζί μου, να φύγουμε μακριά από 'δω, μαζί". Τότε που ήμασταν ένα, θυμάσαι? Τότε, που πονούσα όταν χτυπούσες, που δάκρυζες όταν λυπόμουν. Τότε που δε μας ένοιαζε τίποτα κ' η κάθε μας στιγμή ήταν σαν κλεμένο λεπτό απ' τον παράδεισο. Τότε...
Και να που το 'κανα. Η τουλάχιστον προσπάθησα. Βλέπεις, δεν πιάνει πάντα.. Δυστυχώς εγώ είμαι ακόμη εδώ. Μάλλον δεν ήταν αρκετά ψηλά.. (Έπρεπε να είχα ανέβει στην ταράτσα). Ίσως πάλι να είναι καλύτερα έτσι, γιατί τώρα θα έχεις και κάποιον να σου αφήνει μερικά λουλούδια πάνω στο βαρύ σου μάρμαρο.. Ξέρεις, έτσι για τα τυπικά. Ε, ίσως να παίζω και κανένα τραγούδι στην κιθάρα και να πίνω στην υγειά σου που και που..

Και πλέον κοιμάμαι ήσυχος, γιατί ξέρω ότι έκανα αυτό που έπρεπε.  Το έβαλα στη θέση του...
Ακριβώς εκεί που ήμουν κάποτε εγώ.
Στην καρδιά σου...

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2009

Inside You...




Σωκράτης: "Η αλήθεια κρύβεται μέσα μας"




Λες?...

Το μυαλό μας και η φαντασία μας μπορεί να σκεφτεί τα πάντα και όλες τις πιθανές απαντήσεις για κάθε ερώτημα που δημιουργεί. Οπότε, είτε υπάρχει μία αλήθεια, είτε πολλές μπορούμε, η τις έχουμε σκεφτεί ήδη. Είμαστε λοιπόν σίγουροι ότι γνωρίζουμε την αλήθεια, απλώς πρέπει να βρούμε μέσα μας τη σωστή απάντηση για κάθε ερώτημα. Άρα είχε δίκιο ο Σωκράτης. Η αλήθεια όντως κρύβεται μέσα μας...

Οι σκέψεις (ερωτήσεις κ' απαντήσεις) βγαίνουν μέσα απ' τη φαντασία και το μυαλό μας. Όσο πιο πολύ φαντασία, τόσο πιο πολλές απαντήσεις μπορείς να σκεφτείς και τόσο περισσότερες πιθανότητες έχεις να βρεις τη σωστότερη απ' αυτές. Οι σκέψεις μας δηλαδή, προσπαθούν να καλύψουν τη φαντασία μας. Όμως η φαντασία είναι άπειρη και ατελείωτη, σωστά? Άρα είναι σαν να προσπαθούμε να καλύψουμε το άπειρο που ουσιαστικά δεν καλύπτεται.. Κάθε ερώτηση γεννάει και μία απάντηση (τουλάχιστον) και κάθε απάντηση γεννάει και μια άλλη ερώτηση...

Πως όμως μπορείς να βρεις ποια είναι η αλήθεια και η σωστή απάντηση κάθε φορά? Η απάντηση που δε θα φέρει άλλη ερώτηση και θα σε καλύψει?...







(17/8/08)

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

A Chess Game



Ποιος να ξέρει αν είναι απλά ένα παιχνίδι που μας έχει στήσει κάποιος, η μια δοκιμασία αξίας... Και τώρα ήμαστε εδώ, τόσο κοντά κι όμως τόσο μακριά. Πάνω στην ίδια σκακιέρα, στη μέση, εγώ στο μαύρο κ' εσύ στο άσπρο. Εγώ με τ' άσπρα κ' εσύ με τα μαύρα. Και όμως, κάποιος είπε ότι είδε κάτι κοινό. Δυο απλοί στρατιώτες, ακούστηκε μια ψιθυριστή φωνή... Τα απλά μάτια δεν το βλέπουν, θα 'λεγε ένας πιο σοφός. Και 'γω, κοιτάζω το μονοπάτι μέχρι την άλλη άκρη παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Μετρημένα βήματα και χιλιοπατημένα κι όμως τόσο πρωτόγνωρα για 'μας... Γυρίζω σε 'σένα με τα χείλη μου ραμμένα. Θέλω να σου πω ξεκίνα, έλα μαζί μου, όμως καταπίνω και την τελευταία προσπάθεια του οποιουδήποτε γράμματος να βγει απ' το στόμα μου. Προσπάθησα να μαντέψω τι σκέφτηκες εκείνη τη στιγμή όμως απέτυχα. Και έμεινα να σε κοιτάζω μεσ' στα μάτια, σ' αυτά τα τόσο όμορφα μάτια... Και ήταν λες και είχα κατεβάσει ένα μπουκάλι κρασί μέσα σε λίγα λεπτά. Ξέρεις, τότε που αρχίζεις να σκέφτεσαι τόσο πολύ απ' το μεθύσι και σου 'ρχονται τόσες σκέψεις/λέξεις και τελικά σου μένουν στο ράφι, στα πρόχειρα αποθηκευμένα μηνύματα, μήπως και βρεις κάποια καταραμένη στιγμή το θάρρος ν' ανοίξεις το στόμα σου και να τα πεις. Και πριν καλά καλά το καταλάβω είχαμε βρεθεί και οι δύο στο τέλος. Ο καθένας στο δικό του, στις απέναντι πλευρές, εσύ βασίλισσα και 'γω άλογο. Ένα άλογο χωρίς πόδια, αδύναμο στα πάθη και στους κινδύνους τους. Και 'συ, μια γοητευτική βασίλισσα ντυμένη στα λευκά περιμένοντας τον ιππότη της να 'ρθει. Και τώρα, ακόμη κι αν σου πω -περίμενε, είμαι εδώ- είσαι πολύ μακριά για να μ' ακούσεις. Μακάρι να 'ξερες, να μπορούσες να δεις πως ήμαστε μαζί σ' αυτό... Μακάρι να σου είχα πει... Και μια λέξη μένει να κολυμπάει στον ουρανό μας.  Εγωισμός...
Πλέον είναι στο χέρι σου και μόνο. Σε μία κίνηση μπορείς να βρεθείς δίπλα μου. Όχι, όχι για να με φας.. Μα για να με πάρεις μαζί σου, μακριά απ' αυτόν τον ασπρόμαυρο κόσμο που ζούμε. Και εκείνες οι λέξεις που δεν πρόλαβα να σου πω ουρλιάζουν ακόμη μέσα μου... Μακάρι να μπορούσες να δεις πως ήμαστε μαζί σ' αυτό...


Και τώρα η σειρά σου να παίξεις, και σε ρωτάω: "Ποια είναι η κίνησή σου? Έρχεσαι?"
Kiitos...