Ένα κρύο βράδυ του χειμώνα ένα περίεργο γράμμα έφτασε στην πόρτα του φτωχικού τους.. "Παρακαλώ πολύ, θα ήθελα ν' αποκτήσω ένα αδερφάκι", έγραφε. Ήταν σταλμένο απ' την οικογένεια κουνελιών, Πίτμπερρυ.. Βέβαια, το γράμμα ήταν μάλλον από το μικρό, κίτρινο κουνελάκι Μπέννυ, που ήταν και το μοναδικό παιδί τους, αλλά οι νάνοι είχαν την υποχρέωση να πραγματοποιούν κάθε ευχή που τους ερχόταν. Έτσι, το επόμενο πρωί ο πελεκάνος ξεκίνησε με ένα σακούλι δεμμένο στο δεξί του πόδι να πάει στην οικία Πίτμπερρυ. Μόλις έφτασε εκεί, το άφησε γρήγορα και αφού χτύπησε δύο φορές την πόρτα έφυγε.. Όταν όμως μητέρα του Μπέννυ άνοιξε την πόρτα αντίκρυσε κάτι που την ξάφνιασε... Αμέσως έτρεξε μέσα ν' ανακοινώσει τα νέα και στους υπόλοιπους.. Ο Μπέννυ δε μπορούσε να σταματήσει να χοροπηδάει απ' τη χαρά του και να κάνει κύκλους γύρω απ' το τραπέζι. Πρέπει να 'χει γίνει κάποιο λάθος, είπε η μητέρα σιγανά και άνοιξε το σακούλι πάνω στο τραπέζι. Αμέσως τα χοροπηδητά σταμάτησαν.. Έμειναν για λίγη ώρα σκεπτικοί όταν ακούστηκε η φωνή του πατέρα να λέει: "Όπως και να 'χει θα το κρατήσουμε. Δε μπορούμε ν' αρνηθούμε ένα δώρο της φύσης."
Ήταν ένα μικρό πιθηκάκι που μάλλον είχε μπει καταλάθος στο σακούλι που προοριζόταν για τους Πίτμπερρυ. Αυτό βέβαια είχε στεναχωρήσει λίγο το κίτρινο κουνελάκι στην αρχή, αλλά υποσχέθηκε να μάθει ν' αγαπάει τον Τσιπαφφί, όπως τον ονόμασαν, σαν να ήταν πραγματικός του αδερφός. Οι μερές περνούσαν όμορφα και τα δύο αδερφάκια είχαν αρχίσει να δένονται όλο και πιο πολύ όσο μεγάλωναν. Μια μέρα όμως, ο μικρός Τσιπαφφί παρατήρησε κάτι που του δημιούργησε μία απορία. Κοιτάζοντας μια οικογενειακή φωτογραφία στο σπίτι είδε πως όλοι έμοιαζαν μεταξύ τους εκτός από αυτόν και αμέσως έτρεξε στη μητέρα του. Μαμά, εγώ γιατί δε μοιάζω μαζί σου, ρώτησε. Τότε η μητέρα του τον κοίταξε κατάματα με το πιο γλυκό της βλέμμα και μη μπορώντας να του πει ψέματα, του διηγήθηκε όλη την ιστορία απ' την αρχή.. Ο Τσιπαφφί αρνήθηκε λίγο να το πιστέψει, αλλά ξανα-κοιτώντας την φωτογραφία κατάλαβε πως η μητέρα του έλεγε την αλήθεια. Της χαμογέλασε και αφού την αγκάλιασε έφυγε σιωπηλός προς το δωμάτιό του. Το επόμενο πρωινό πήρε μια σοβαρή απόφαση. Θα έπαιρνε μερικά απαραίτητα πράγματα μαζί του και θα πήγαινε να βρει τους πραγματικούς του γονείς χωρίς να το μάθει κανείς.. Όμως δε μπορούσε να πάει μόνος του σ' ένα τόσο μεγάλο ταξίδι, έπρεπε κάποιος να τον βοηθήσει.. Και ήξερε ποιον μπορούσε να εμπιστευτεί.. Πριν καλά καλά ξημερώσει λοιπόν, πήγε και ξύπνησε το Μπέννυ και του είπε βιαστικά το σχέδιό του.. Ο Μπέννυ αγαπούσε τόσο πολύ το μικρό του αδερφάκι που δέχτηκε αμέσως. Έτσι ξεκίνησαν να περιπλανιούνται μέσ' στο δάσος με πρώτο σκοπό να βρουν την καλύβα των νάνων..
Πέρασαν ώρες κάνοντας κύκλους χωρίς αποτέλεσμα και είχαν εξαντληθεί αρκετά, όταν για καλή τους τύχη πέτυχαν στο δρόμο τους τον πελεκάνο, ο οποίος τους έδειξε το δρόμο για το σπίτι των σοφών. Όταν έφτασαν εκεί, ο Τσιπαφφί μπήκε διστακτικά μέσα έτοιμος ν' αντικρίσει την όποια αλήθεια για το παρελθόν του.. Οι σοφοί μόλις τον είδαν κατάλαβαν αμέσως το λόγο για τον οποίο τους είχε επισκεφτεί. Μπορείτε να μου πείτε που βρίσκονται οι αληθινοί μου γονείς, ρώτησε. Ο πιο γέρος απ' τους νάνους τότε του είπε με βροντερή φωνή: "Η απάντηση στο ερώτημα σου είναι άγνωστη. Οι πραγματικοί σου γονείς ζουν κάπου έξω απ' το δάσος και πέρα απ' τη θάλασσα. Πρέπει να ταξιδεύεις μήνες και μήνες κολυμπώντας αν θες να τους βρεις. Σου ζητούμε συγγνώμη για το λάθος που κάναμε τότε, αλλά αυτό είναι πέρα απ' τις δυνάμεις μας και δε μπορούμε να σε βοηθήσουμε περισσότερο.. Καλή σου τύχη." Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια ο μικρός Τσιπαφφί στεναχωρήθηκε πάρα πολύ και έφυγε απ' την καλύβα με σκυφτό το κεφάλι. Μη έχοντας άλλη επιλογή, τα δύο αδερφάκια πήραν το δρόμο της επιστροφής...
Οι γονείς τους είχαν ανησυχήσει και μόλις τους είδαν έβαλαν τις φωνές, αλλά κανείς τους δεν είπε τίποτα για ό,τι συνέβει..
Πέρασαν αρκετές μέρες απ' το γεγονός, αλλά ο Τσιπαφφί δεν το 'βγαζε απ' το μυαλό του.. Και ένα πρωί κάτι ξαφνικό συνέβει στην οικογένεια Πίτμπερρυ... Έψαχναν παντού, αλλά ο Τσιπαφφί δεν ήταν πουθενά.. Μα που να 'χει πάει, σκέφτηκε ο Μπέννυ όταν ξαφνικά θυμήθηκε... Αμέσως έτρεξε έξω απ' το σπίτι και έξω απ' το ΄δασος, εκεί όπου ξεκινούσε η θάλασσα.. Και τότε τον είδε. Φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε, αλλά είχε ήδη φτάσει πολύ μακριά για να επιστρέψει πια.. Και πλέον ο μικρός Μπέννυ δε μπορούσε να κάνει τίποτα.. Ήξερε όμως ότι αυτό ήταν που πραγματικά ήθελε ο αγαπημένος του αδερφός.. Έτσι λοιπόν του ευχήθηκε καλή τύχη με όλη του την καρδιά και έμεινε να τον κοιτάζει μέχρι που χάθηκε στο φως του ήλιου...
Ένα δάκρυ κύλλησε απ' τα μάτια του και ένα ψιθυριστό αντίο βγήκε απ' το μικροσκοπικό του στόμα...







