To The Next Step, 'Till The Last Step...

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

Chipaffy's Journey

 

Μια φορά και έναν καίρο, σ' ένα μαγεμένο δάσος όπου βασίλευε η αγάπη, υπήρχε μια μικροσκοπική καλύβα στην οποία ζούσαν τρεις γέροι νάνοι και ένας πελεκάνος. Το δάσος αυτό δεν υπήρχε σε κανένα χάρτη, με αποτέλεσμα κανείς να μη μπορεί να ενοχλήσει τη γαλήνια ζωή των πλασμάτων που ζούσαν εκεί. Οι νάνοι λοιπόν, με τη βοήθεια του πελεκάνου, πραγματοποιούσαν ευχές στα ζώα του δάσους που τους χρειάζονταν..

Ένα κρύο βράδυ του χειμώνα ένα περίεργο γράμμα έφτασε στην πόρτα του φτωχικού τους.. "Παρακαλώ πολύ, θα ήθελα ν' αποκτήσω ένα αδερφάκι", έγραφε. Ήταν σταλμένο απ' την οικογένεια κουνελιών, Πίτμπερρυ.. Βέβαια, το γράμμα ήταν μάλλον από το μικρό, κίτρινο κουνελάκι Μπέννυ, που ήταν και το μοναδικό παιδί τους, αλλά οι νάνοι είχαν την υποχρέωση να πραγματοποιούν κάθε ευχή που τους ερχόταν. Έτσι, το επόμενο πρωί ο πελεκάνος ξεκίνησε με ένα σακούλι δεμμένο στο δεξί του πόδι να πάει στην οικία Πίτμπερρυ. Μόλις έφτασε εκεί, το άφησε γρήγορα και αφού χτύπησε δύο φορές την πόρτα έφυγε.. Όταν όμως μητέρα του Μπέννυ άνοιξε την πόρτα αντίκρυσε κάτι που την ξάφνιασε... Αμέσως έτρεξε μέσα ν' ανακοινώσει τα νέα και στους υπόλοιπους.. Ο Μπέννυ δε μπορούσε να σταματήσει να χοροπηδάει απ' τη χαρά του και να κάνει κύκλους γύρω απ' το τραπέζι. Πρέπει να 'χει γίνει κάποιο λάθος, είπε η μητέρα σιγανά και άνοιξε το σακούλι πάνω στο τραπέζι. Αμέσως τα χοροπηδητά σταμάτησαν.. Έμειναν για λίγη ώρα σκεπτικοί όταν ακούστηκε η φωνή του πατέρα να λέει: "Όπως και να 'χει θα το κρατήσουμε. Δε μπορούμε ν' αρνηθούμε ένα δώρο της φύσης."
Ήταν ένα μικρό πιθηκάκι που μάλλον είχε μπει καταλάθος στο σακούλι που προοριζόταν για τους Πίτμπερρυ. Αυτό βέβαια είχε στεναχωρήσει λίγο το κίτρινο κουνελάκι στην αρχή, αλλά υποσχέθηκε να μάθει ν' αγαπάει τον Τσιπαφφί, όπως τον ονόμασαν, σαν να ήταν πραγματικός του αδερφός. Οι μερές περνούσαν όμορφα και τα δύο αδερφάκια είχαν αρχίσει να δένονται όλο και πιο πολύ όσο μεγάλωναν. Μια μέρα όμως, ο μικρός Τσιπαφφί παρατήρησε κάτι που του δημιούργησε μία απορία. Κοιτάζοντας μια οικογενειακή φωτογραφία στο σπίτι είδε πως όλοι έμοιαζαν μεταξύ τους εκτός από αυτόν και αμέσως έτρεξε στη μητέρα του. Μαμά, εγώ γιατί δε μοιάζω μαζί σου, ρώτησε. Τότε η μητέρα του τον κοίταξε κατάματα με το πιο γλυκό της βλέμμα και μη μπορώντας να του πει ψέματα, του διηγήθηκε όλη την ιστορία απ' την αρχή.. Ο Τσιπαφφί αρνήθηκε λίγο να το πιστέψει, αλλά ξανα-κοιτώντας την φωτογραφία κατάλαβε πως η μητέρα του έλεγε την αλήθεια. Της χαμογέλασε και αφού την αγκάλιασε έφυγε σιωπηλός προς το δωμάτιό του. Το επόμενο πρωινό πήρε μια σοβαρή απόφαση. Θα έπαιρνε μερικά απαραίτητα πράγματα μαζί του και θα πήγαινε να βρει τους πραγματικούς του γονείς χωρίς να το μάθει κανείς.. Όμως δε μπορούσε να πάει μόνος του σ' ένα τόσο μεγάλο ταξίδι, έπρεπε κάποιος να τον βοηθήσει.. Και ήξερε ποιον μπορούσε να εμπιστευτεί.. Πριν καλά καλά ξημερώσει λοιπόν, πήγε και ξύπνησε το Μπέννυ και του είπε βιαστικά το σχέδιό του.. Ο Μπέννυ αγαπούσε τόσο πολύ το μικρό του αδερφάκι που δέχτηκε αμέσως. Έτσι ξεκίνησαν να περιπλανιούνται μέσ' στο δάσος με πρώτο σκοπό να βρουν την καλύβα των νάνων..
Πέρασαν ώρες κάνοντας κύκλους χωρίς αποτέλεσμα και είχαν εξαντληθεί αρκετά, όταν για καλή τους τύχη πέτυχαν στο δρόμο τους τον πελεκάνο, ο οποίος τους έδειξε το δρόμο για το σπίτι των σοφών. Όταν έφτασαν εκεί, ο Τσιπαφφί μπήκε διστακτικά μέσα έτοιμος ν' αντικρίσει την όποια αλήθεια για το παρελθόν του.. Οι σοφοί μόλις τον είδαν κατάλαβαν αμέσως το λόγο για τον οποίο τους είχε επισκεφτεί. Μπορείτε να μου πείτε που βρίσκονται οι αληθινοί μου γονείς, ρώτησε. Ο πιο γέρος απ' τους νάνους τότε του είπε με βροντερή φωνή: "Η απάντηση στο ερώτημα σου είναι άγνωστη. Οι πραγματικοί σου γονείς ζουν κάπου έξω απ' το δάσος και πέρα απ' τη θάλασσα. Πρέπει να ταξιδεύεις μήνες και μήνες κολυμπώντας αν θες να τους βρεις. Σου ζητούμε συγγνώμη για το λάθος που κάναμε τότε, αλλά αυτό είναι πέρα απ' τις δυνάμεις μας και δε μπορούμε να σε βοηθήσουμε περισσότερο.. Καλή σου τύχη." Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια ο μικρός Τσιπαφφί στεναχωρήθηκε πάρα πολύ και έφυγε απ' την καλύβα με σκυφτό το κεφάλι. Μη έχοντας άλλη επιλογή, τα δύο αδερφάκια πήραν το δρόμο της επιστροφής...
Οι γονείς τους είχαν ανησυχήσει και μόλις τους είδαν έβαλαν τις φωνές, αλλά κανείς τους δεν είπε τίποτα για ό,τι συνέβει..
Πέρασαν αρκετές μέρες απ' το γεγονός, αλλά ο Τσιπαφφί δεν το 'βγαζε απ' το μυαλό του.. Και ένα πρωί κάτι ξαφνικό συνέβει στην οικογένεια Πίτμπερρυ... Έψαχναν παντού, αλλά ο Τσιπαφφί δεν ήταν πουθενά.. Μα που να 'χει πάει, σκέφτηκε ο Μπέννυ όταν ξαφνικά θυμήθηκε... Αμέσως έτρεξε έξω απ' το σπίτι και έξω απ' το ΄δασος, εκεί όπου ξεκινούσε η θάλασσα.. Και τότε τον είδε. Φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε, αλλά είχε ήδη φτάσει πολύ μακριά για να επιστρέψει πια.. Και πλέον ο μικρός Μπέννυ δε μπορούσε να κάνει τίποτα.. Ήξερε όμως ότι αυτό ήταν που πραγματικά ήθελε ο αγαπημένος του αδερφός.. Έτσι λοιπόν του ευχήθηκε καλή τύχη με όλη του την καρδιά και έμεινε να τον κοιτάζει μέχρι που χάθηκε στο φως του ήλιου...
Ένα δάκρυ κύλλησε απ' τα μάτια του και ένα ψιθυριστό αντίο βγήκε απ' το μικροσκοπικό του στόμα...

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010

Tribute To...

 
 
Πάντα κοιτούσα ψηλά χωρίς να σκέφτομαι την αποτυχία. Δε μπορούσα να φανταστώ πως υπάρχει κάτι που δεν μπορώ να κάνω. Ούτε τώρα μπορώ.. Με πολύ, η λίγη προσπάθεια, ανάλογα τη διάθεση μου.. Και (ευτυχώς) πάντα με βοηθούσε και η τύχη, σε κάθε ρίσκο που έπρεπε να πάρω. Ίσως το κλειδί της επιτυχίας να ήταν το ότι τίποτα δε με ένοιαζε ιδιαίτερα και ήξερα πως, και να χάσω κάτι, θα έβρισκα κάτι άλλο να κάνω.. Και τελικά, απλά δεν έχανα..
Μόλις όμως ένιωσα να φεύγει αυτό που τόσο αγαπούσα (και δεν το 'ξερα) και δε συγκρινόταν με τίποτε άλλο, κομματιάστηκα, έγινα μικρός όσο ένα αγκάθι από τριαντάφυλλο. Και φοβήθηκα τόσο που ζήτησα βοήθεια και με είδα να πέφτω από 'κει πάνω.. Πρώτη φορά ντροπιάστηκα τόσο στον εαυτό μου, στον καθρέφτη μου.. Πρώτη φορά φοβήθηκα πως, ίσως και να χάσω...

Τώρα κατάλαβα πως κάτι αγαπώ.. Κ' έμαθα ν' αναγνωρίζω μέσα μου τι πραγματικά θέλω.. Ποιος είμαι...


Είμαι ο ένας, ο μοναδικός, ο χιλιοειπωμένος, το αφεντικό σου και ο δούλος σου. Είμαι ο άκαρδος γίγαντας που θα σε λιώσει μ' ένα πάτημα, ο δυνατός, ο άτροτος. Είμαι η πέτρα που άθελα σου κλότσησες, η μύγα στο φαϊ σου και η τρίχα που έπεσε απαρατήρητη απ' τα μαλλιά σου.. Είμαι η φωτιά που σε καίει και η φλόγα που μόλις έσβησες. Είμαι ό,τι δε λέω ούτε σε 'μένα, ο πιο μεγάλος φόβος μου και το αγαπημένο σου ταλέντο μου. Είμαι για 'μένα όλα κ' ίσως για 'σένα τίποτα. Είμαι για 'μένα τίποτα κ' ίσως για 'σενα όλα...








[Επιρρεασμένο απ' τον αυτοσαρκασμό του Liani (tied puppets).]

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010

Just Words...


Πόσο λυπάμαι για τις λέξεις που έχασαν την αξία τους απ' την καθημερινή τους χρήση.. Πόσο ψεύτικος έχει γίνει ο κόσμος γύρω μου, γύρω μας.. Και δεν ξέρεις πια ποιον να πιστέψεις.. Δεν εμπιστεύεσαι ούτε καν τον εαυτό σου, όταν σε ακούς να λες: "σ' αγαπώ, θα πέθαινα για σένα..." και αμέσως την επόμενη στιγμή με το πιο ανέκφραστο βλέμα που έχεις κοιτιέσαι στον καθρέφτη και αναρρωτιέσαι, και αύριο? Κι αν δεν νιώθω έτσι κ' αύριο?.. Μα είναι γλυκό το τώρα και σε κάνει να ξεχνιέσαι, ν' αδιαφορείς για την επόμενη φορά που θα βρεθείς αντιμέτωπος με τις ίδιες λέξεις...
Και ποιος μπορεί να σου πει ποιο συναίσθημα να εμπιστευτείς στο κάτω κάτω?.. Λέξεις μικρές, ανούσιες, σαν τον αέρα πηγαίνουν κ' έρχονται και δε σταματούν ποτέ. Ποτέ όμως.. Κανενός η καρδιά δε μπορεί να φυλακίσει για πάντα ένα συναίσθημα.. Τα συναισθήματα είναι πουλιά, ελεύθερα που όταν έρθει η ώρα τους φεύγουν. Και εκεί πρέπει να φανείς δυνατός, γιατί κανείς δε θα σου σταθεί πραγματικά.. Όχι από κακία, ίσως απλά επειδή δε θα καταλάβει.. Και αυτοί που ξέρουν, που έζησαν, φοβούνται.. Δε μιλάνε και τρέχουν για να βρουν μια σκοτεινή γωνιά να κρυφτούν.. Έτσι και εσύ πρέπει να βρεις τη γωνιά σου και να περιμένεις να ξημερώσει. Κι ας μη ξημερώσει ποτέ...
Και όλα αυτά γιατί ξεγελάστηκες, γιατί πίστεψες.. Στις λέξεις, σε 'σένα, σ' αυτούς.. Και εκεί που είσαι θαμμένος στη σκιά μια φράση σκάει και βγαίνει από μέσα σου.. Και την ακούς καθαρά: "πόσο ψεύτικος έχει γίνει ο κόσμος εκεί έξω.." και αμέσως τα μάτια κλείνουν, οι αισθήσεις αδρανοποιούνται και ξεκινάς να μαζεύεις τα κομμάτια σου στο πιο ασφαλές μέρος που ξέρεις, στο Εγώ σου.. Και όταν καταλάβεις πως τα παραμύθια τελειώνουν, πως δεν υπάρχουν πρίγκιπες, ούτε πριγκίπισσες, είναι πλέον αργά..
Και μετά από όλα αυτά, μπορεί και ν' ακούσεις ένα συγγνώμη... Ίσως και να το δεχτείς, αλλά βαθιά μέσα σου ξέρεις, ότι σε καμία περίπτωση οκτώ γράμματα δεν αρκούν για να σβύσουν το παρελθόν.. Και με την πρώτη ευκαιρία θα το ξανακούσεις, αυτή τη φορά πιο ισχυρό, όμως και πάλι αδύναμο.. Αδύναμο να υποστηρίξει το βάρος της αξίας του. Και εσύ είσαι εκεί, έτοιμος να δώσεις, να ξεγελαστείς ξανά και έπειτα να κρυφτείς πάλι πίσω στις σκιές σου...



Έβγαλα το κάτι μου στο φως της μέρας σας, αλλά "ευτυχώς" κανείς δε μ' άκουσε, κανείς δε πίστεψε, κανείς δε κατάλαβε...
Πόσο λυπάμαι για τις λέξεις που έχασαν την αξία τους...

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010

The Dawn...

The show is over, close the story book...


I just think one day I realized that wasn't for me anymore... 
...I just wanted to find myself, find my own music...







(So, this is for you... after all...)

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

Day/Night


Τη μέρα, είμαι τόσο ήρεμος... Βγαίνω έξω, χάνομαι μέσα τους και δε με ψάχνω πια.. Μέσα σε κάθε ήχο, μέσα στη βαβούρα του κόσμου, μακριά από κάθε σκέψη, από κάθε εικόνα σου. Μέσα στη θλίψη τους θάβω τη δική μου, με την ελπίδα να μην τη ξαναβρώ ποτέ. Τη μέρα, ξεχνάω ότι υπάρχεις όλο και περισσότερο σε κάθε βήμα μου και αδιαφορώ για κάθε τι που σε θυμίζει γύρω μου. Δε με νοιάζει ακόμη κι αν πάψεις πια ν' αναπνέεις.. Τη μέρα, μπλέκομαι μεσ' στα χρώματα της φύσης και σβήνει απ' το μυαλό μου εκείνο το βλέμα που σε κάθε του ευκαιρία είναι έτοιμο να με κατασπαράξει και να με κάνει κομμάτια μπροστά στην αγγελική σου ομορφιά.. Τη μέρα, κολυμπάω παρέα με τις πιο χαρούμενες νότες μιας μινόρε θάλασσας και κοιτάζω τα γαλάζια σύννεφα στον ουρανό καθώς βρέχει. Και ένα γαλήνιο αεράκι διώχνει μακριά μέχρι και την τελευταία υποψία της μυρωδιάς σου. Τη μέρα, στο παρελθόν πνίγεται η φωνή σου και νιώθω ασφαλής ξέροντας πως δεν υπάρχει τίποτα να με λυγίσει, να με πονέσει, τίποτα να τρομάξει όσο εσύ...


Όμως σαν έρθει η νύχτα... Όλα επιστρέφουν πίσω με απίστευτη ταχύτητα.. Τη νύχτα, είμαι αδύναμος πια να πολεμίσω. Και κάθε φορά φοβάμαι μήπως δεν αντέξω ως την ανατολή. Άοπλος και ανίκανος ν' αντισταθώ, παραδίνομαι στο μαύρο τ' ουρανού που περιμένει να με βυθίσει πάλι στο εγώ μου.. Και με πετροβολούν οι σκέψεις μόλις πέφτω στο κρεβάτι, μέχρι να δακρύσω... Τη νύχτα, σε θέλω δίπλα μου, γιατί δε μπορώ τη στιγμή που πρέπει να κλείσω τα μάτια.. Δε μπορώ την απόλυτη σιωπή που βασιλεύει στο κλουβί μου και το απείραχτο μαξιλάρι δίπλα μου.. Δε μπορώ να κοιτάζω απ' το παράθυρο και να βλέπω τα ζευγάρια να κρατιούνται χέρι χέρι χαμογελώντας ο ένας στον άλλο, ν' ακούω το βραδυνό αεράκι να καληνυχτίζει τα φύλλα στο δέντρο χαϊδεύοντάς τα, καθώς αυτά χορεύουν στο έλεος του. Τη νύχτα, τρέμω στη σκέψη πως μπορεί να κοιμάσαι στην αγκαλιά κάποιου άλλου, πως όταν ξυπνάς άλλος σε φιλάει για καλημέρα.. Και αντικρίζοντας την φωτογραφία απέναντι στον τοίχο βουλιάζω στο βάλτο των συναισθημάτων, εκεί όπου σε πρωτογνώρισα.. Τη νύχτα, τρέχω να σε βρω και να σου μιλήσω στα όνειρα, αλλά κ' εκεί αποτυγχάνω.. Και η απραξία στο πέρασμα του χρόνου μου τρώει την ψυχή μέρα με τη μέρα.. Και ξέρω ότι δε θ' αντέξω πολύ ακόμη μακριά σου. Και όλα αυτά τα ίσως, αν, αν δεν, θα, μου σιγοτραγουδούν κοροϊδεύοντάς με γιατί ξέρουν, πως...           Τη νύχτα, σ' αγαπώ..

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

I Was... (card's theory)




Υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν είναι θέμα λογικής, που απλά δεν μπορείς να τα καταλάβεις αν δεν τα νιώσεις...

Αν κάποια στιγμή μου 'λεγες ότι θα 'ρθει μια μέρα σαν κι αυτή, δε θα το πίστευα. Θα έκοβα το κεφάλι μου ότι κάποια πράγματα δεν γίνεται ν' αλλάξουν ό,τι κι αν γίνει. Έκανα λάθος.. Και ξέρεις γιατί? Γιατί εμπιστεύτηκα κάποιους ανθρώπους, κάποιες καταστάσεις σε τέτοιο σημείο που αυτό, το είχα βγάλει απ' το μυαλό μου. Και νά που έγινε. Τελικά, κατάλαβα πως όλα μπορούν να συμβούν, όλα...
Και μη μου πεις πως με καταλαβαίνεις, πως με πιστεύεις, γιατί δε μπορείς. Όση καλή θέληση κι αν έχεις, όση διάθεση, απλά δε μπορείς. Και να σου πω ένα μυστικό? Τίποτα πλέον δε μπορεί να γίνει όπως ήταν.. Μη ξεγελιέσαι απ' το περιτύλιγμα, αυτό είναι  για τους τρίτους, γι' αυτούς που δεν ξέρουν, που δε βλέπουν πίσω απ' τις σκιές.
Όταν ένα τραπουλόχαρτο το στραβώσεις, ό,τι κι αν κάνεις δε μπορείς να το επιστρέψεις στην τέλεια αρχική του μορφή. Είναι πλέον σημαδεμένο και ταυτόχρονα καταστρέφει και όλη την τράπουλα..
Το μόνο που ίσως μπορείς να κάνεις είναι να βολευτείς με μια παρόμοια κατάσταση, όμως ξέρεις και 'συ, και αυτός και όλοι τους καλά πως δεν είναι το ίδιο.. Γι' αυτό και (ξ)έφυγα.. Και πίστεψέ με, δε γύρισα. Δεν είναι αυτό που βλέπεις, δεν είμαι αυτός που ήμουν.. Και στο ξαναλέω, μη συγκρίνεις γιατί θα μπερδευτείς. Θα δεις πράγματα να συμβαίνουν για πρώτη φορά, που δεν τα περίμενες από 'μένα. Και λογικό είναι πλέον.. Όλα μπορούν να συμβούν, όλα...
Γι' αυτό σου λέω, μη μου ζητάς εξηγήσεις. Δεν έχω τίποτα να σου πω για κάτι που δεν έγινε, που δεν έκανα.. Δεν είναι ότι σε μισώ. Όχι, αυτό δε θα μπορούσα να το νιώσω.. Δε θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να νιώσω έτσι για κάποιον που μόλις γνώρισα...






(Για αυτούς που διαβάζουν στα κρυφά... Ξέρεις εσύ.)

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010

New Year's Eve

 
01.01.2010
Ώρα 04:33


Περπατούσε για ώρες  μεσ' στο χιόνι με το κεφάλι σκυφτό. Δεν κοίταξε πίσω της, αλλά ούτε και μπροστά της. Δεν την ένοιαζε. Όχι πια.. Δεν νοιαζόταν καν αν κρύωναν τα ξυπόλυτα πόδια της, η αν δεν ξημέρωνε ποτέ πια ξανά στην μαύρη και ήσυχη πόλη της. Δεξιά της, μαρμαρόπλακες η μια δίπλα στην άλλη σαν περιποιημένοι τάφοι και από πίσω τους μικροί ξεραμένοι θάμνοι, βιασμένοι απ' τον καιρό και τα χρόνια. Αριστερά της υπήρχαν μόνο παγκάκια κάθε τριάντα μέτρα περίπου. Όλα βαμμένα στ' άσπρα. Το άσπρο της σιωπής, το άσπρο της μοναξιάς.. Κι εκείνη περπατούσε ίσια, όπου την έβγαζε ο δρόμος, κοιτώντας συνεχώς  την ανύπαρκτη σκιά της... Κάπου στο βάθος ακούστηκε ένας κρότος και κάτι γέλια. Λίγο πιο πέρα, ομιλίες και τσουγκρίσματα από ένα καλοστολισμένο σπίτι έπνιγαν την ηρεμία του δρόμου. Και η φασαρία  τους όλο και δυνάμωνε. Μα αυτή δε νοιάστηκε. Τουλάχιστον αυτό ήθελε να δείξει.. Και προσπέρασε το σπίτι σε μια απελπιστική προσπάθεια να χαμογελάσει...
Κάπου σε κάποιο μέρος ίσως κάποιος ν' ανησυχούσε για το που βρισκόταν. Ίσως και όχι. Όπως και να 'χε ήταν πλέον αργά. Ούτε αυτή ήξερε που βρισκόταν. Είχε ήδη αρχίσει να ξημερώνει και τα φώτα στο βάθος σιγά σιγά έσβηναν. Τότε σταμάτησε για λίγο να κάνει παρέα σ' έναν ακέφαλο χιονάνθρωπο, του οποίου το πρόσωπο είχε κομμάτιαστει στο παγωμένο έδαφος. Και εκεί ακριβώς την είδα. Ήταν ένα κορίτσι γύρω στα έντεκα, ολομόναχο και εξουθενωμένο..
Έσκυψε και μάζεψε ένα μισοσπασμένο καρότο και όλες τις ελιές που κάποτε ήταν στόμα και μάτια. Πόσες μέρες είχε να φάει, σκέφτηκα. Έβαλε προσεκτικά με τα μικροσκοπικά χεράκια της τα (ας πούμε) φαγώσιμα στην τσέπη της και αφού φόρεσε το καπέλο και το κασκόλ του συνέχισε το δρόμο της.. Εγώ την ακολούθησα από περιέργεια, ίσως και λίγο θλίψη που ένιωσα στιγμιαία.. Μετά από λίγο μάλλον το κατάλαβε, αλλά δεν γύρισε ούτε καν να με κοιτάξει. Εγώ δεν καταλάβαινα και πολλά, γιατί νωρίτερα ήμουν με κάτι φίλους γιορτάζοντας το νέο έτος και είχαμε πιεί λιγάκι.. Ένιωσα ότι περπατούσαμε ώρες, μέρες, σ' ένα ατέλειωτο μονοπάτι, αλλά κάτι μέσα μου μου έλεγε να συνεχίσω. Σαν να έπρεπε. Σαν να την ήξερα.. Όμως φοβόμουν να της μιλήσω, να τη ρωτήσω.
Ξαφνικά ένας περίεργος θόρυβος ακούστηκε και μου τράβηξε την προσοχή.. Γύρισα για λίγο το κεφάλι μου και αυτό ήταν αρκετό για να τη χάσω απ' τα μάτια μου... Χωρίς να σκεφτώ τίποτα έτρεξα. Κοιτούσα τα στενά ένα ένα αριστερά και δεξιά μήπως και τη βρω. Άδικα όμως.. Και πάνω που είχα αρχίσει να χάνω τις ελπίδες μου, μέσα σ' ένα στενό-αδιέξοδο, τη βρήκα. Στο περίπου... Ένας πρόχειρα φτιαγμένος μικρός χιονάνθρωπος μαζί με όλες τις ελιές, το καρότο, το κασκόλ και το καπέλο, μου χαμογελούσε. Και μπροστά του ένα μικρό χαρτάκι που έγραφε:

"
Σταμάτα να μ' ακολουθείς. Ζήσε τη ζωή σου, βρες το δικό σου μονοπάτι! Σ' ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σου, αλλά ως εδώ ήταν.. Καλή χρονιά."

Και αυτή ήταν ξαπλωμένη δίπλα του τόσο γαλήνια, σαν να κοιμόταν πάνω σε βασιλικό στρώμα. Το στρώμα στο οποίο έκλεισε για τελευταία φορά τα μάτια της...
Kiitos...