To The Next Step, 'Till The Last Step...

Σάββατο 31 Ιουλίου 2010

Finding The Eternal Moment


"Πήγαινε κάθισε μόνος σου σε ένα ήσυχο και όμορφο για 'σένα μέρος μακριά απ' τη φασαρία τους και αφού βάλεις τ' ακουστικά πάτα το play",  μου είπε... "Θυμήσου την, ξέθαψέ την απ' την αποθήκη της γερασμένης σου μνήμης και άφησε τον εαυτό σου ελεύθερο να νιώσει, να κλάψει (και ας μην κλάψεις)... Μη σκεφτείς όμως τίποτε άλλο, μην τους αφήσεις να σου αποσπάσουν την προσοχή, μην ανοίξεις τα μάτια.. Θα είναι ιερή στιγμή αυτή για να τη σκοτώσεις έτσι απλά", μου ξαναείπε και μετά έφυγε χαμογελώντας... Ήταν η τελευταία φορά που είδα τον ασπροφορεμένο τύπο πριν εξαφανιστεί βιαστικά στο στενό του απέναντι δρόμου.. Με τρόμαξε, αλλά για ένα περίεργο λόγο τον πίστεψα.. Και πήγα. Τα 'κανα όλα κατά γράμμα.. Και τότε...


Τότε σε είδα πάλι μπροστά μου.. Σε συνάντησα έτσι στα ξαφνικά και όλα επέστρεψαν μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα.. Σε είδα να περπατάς προς το μέρος μου αργά και καμαρωτά ντυμένη με τα χρώματα τ' ουράνιου τόξου.. Και σε κάθε σου πάτημα άνθιζαν τριαντάφυλλα.. Σε κάθε κούνημα των χεριών σου ο αέρας χόρευε στο ρυθμό της γαλήνης.. Και τα πουλιά με το πιο προσεκτικό τους πέταγμα προστάτευαν κάθε τρίχα των μεταξένιων μαλλιών σου.. Και ήταν λες και βγήκες από παραμύθι... Όπως τότε που σε είχα πρωτογνωρίσει...
Θυμήθηκα ξανά τη μυρωδιά σου, ένιωσα ξανά τη γεύση σου, άκουσα πάλι τη φωνή σου.. Και τότε πέρασαν από μπροστά μου όλες εκείνες οι πικάντικες μέρες μας.. Τότε που σ' έβλεπα για λίγο, μεσ' στην ένταση και στο φόβο, μεσ' στη διάθεση και στα νεύρα.. Που ερχόμουν να σε βρω για λίγο και μετά έφευγα για λίγο περισσότερο... Και μετά ξανά ερχόμουν όσο πιο γρήγορα μπορούσα.. Για να σε δω... Είχα ξεχάσει πόσο όμορφα μάτια έχεις.. Είχα ξεχάσει πόσο βλάκας ήμουν.. Τότε...
Και ήταν αλήθεια, ήσουν εκεί για 'μένα!.. Τόσο χαρούμενη, τόσο ξένοιαστη, τόσο ήρεμη.. Προσπάθησα να σ' αγγίξω μα συνέχεια σ' έχανα για λίγο.. Για λίγο, όπως τότε... Ήθελα τόσο πολύ να σ' αγγίξω και πάλι, έστω για λίγο... Και όταν "κατάλαβα" ένιωσα τα χείλη μου υγρά, γιατί δε μπόρεσα να κρατηθώ άλλο... Εκεί, κάπου στο 517-19 παρέα με κάποιους (ά)γνωστούς που ίσως δε θα ξαναδώ ποτέ... Αλλά πλέον δεν έχει καμία σημασία.. Μου φτάνει που ξαναπήγα στον παράδεισο έστω και για μερικά μόνο λεπτά...

Δευτέρα 26 Ιουλίου 2010

Ο Τοίχος



   Καθότανε και κοίταζε τον τοίχο απέναντι απ’το κρεβάτι του. Δεν ήταν πάντα κάτασπρος. Αποφασίσανε να τον βάψουνε παρέα ένα πρωί. Πήρανε μπογιές και χωρίς την παραμικρή σκέψη αρχίσανε να ζωγραφίζουν. Το αποτέλεσμα ήταν πολύ ενδιαφέρον, για κείνους τουλάχιστον γιατί για τους υπόλοιπους ήταν απλά μουντζούρες. Όμως τον τελευταίο μήνα ο τοίχος είναι πάλι άσπρος. Τον έβαψε με το που έφυγε. Δεν ήθελε τίποτα να του την θυμίζει. Τον χαρακτήρισαν εγωιστή,καθίκι,ψυχρό,χωρίς καρδιά. Δεν είναι σωστό να ξεχνάς. Αδυναμία μεγάλη δηλώνει. «Τώρα που έφυγε πρέπει να την αγαπάς πιο πολύ», είπε κάποιος. Αλλά του ήταν αδύνατο. Τα βράδια έμενε ξάγρυπνος.  Έχασε τη δουλειά του. Δεν ήταν στη ψυχολογική κατάσταση να δουλέψει η αιτία. Έπρεπε, έπρεπε να την ξεπεράσει, να την ξεχάσει.
 Ο τοίχος.
 Θα άρχιζε από κει.
Τον έβαψε.
 Να, ο τοίχος την ξέχασε.
Έτσι άσπρος που είναι δεν θυμάται καν ότι μια γυναίκα κάποτε τον είχε ζωγραφίσει.
   Τις τελευταίες μέρες όμως ο τοίχος έδειχνε υπερβολικά άσπρος. Κάτι ήταν λάθος. Ναι, ο τοίχος αυτός ζήταγε χρώμα. Να τον βάψει,αποκλείεται. Μόνος του δεν μπορούσε. Ο τοίχος όμως χρειαζόταν χρώμα. Το απαιτούσε. Αποφάσισε λοιπόν να του δώσει. Ποτέ πια δεν θα ταν έτσι άσπρος ξανά. Κόλλησε το κεφάλι του στον τοίχο και τράβηξε την σκανδάλη.


Το βαθύ κόκκινο έδειχνε υπέροχο πάνω στο λευκό του τοίχου.




(Από ένα φίλο, τον Μπλε..)

Πέμπτη 22 Ιουλίου 2010

Άναψε Ένα Τσιγάρο Και Συνέχισε Να Γράφει...



  Άναψε ένα τσιγάρο και συνέχισε να γράφει. Τους τελευταίους μήνες ένιωθε ότι έγραφε επιτέλους κάτι καλό. Τώρα πια, ναι, θα μπορούσε να τους κοιτάξει όλους κατάματα. Όλους αυτούς που σιωπηλά τον έκριναν, που τον αμφισβητούσαν τόσο μα τόσο ευγενικά. Το μυθιστόρημα του είχε όλες τις προϋποθέσεις για να γίνει κλασσικό. Ένα δυνατό σενάριο, πολυδιάστατους χαρακτήρες και έναν υπέροχο πρωταγωνιστή. Ω, πόσο μα πόσο αγαπούσε τον πρωταγωνιστή του. Ήταν φυσικά ό,τι δεν ήταν ποτέ αυτός. Ενεργούσε πάντα όπως θα ήθελε αυτός να ενεργήσει. Χωρίς φόβο, χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς καμία δεύτερη σκέψη. Ένας άντρας όμορφος, καλλιεργημένος, ευαίσθητος, θαρραλέος. Η τέλεια εικόνα του εαυτού του.
  Το έργο του όμως δεν είχε ολοκληρωθεί. Κάπως έπρεπε να τελειώσει. Βράδια ολόκληρα έσπασε το κεφάλι του να βρει ένα κατάλληλο τέλος αλλά μάταια. Τίποτα δεν του φαινόταν αρκετό. Τίποτα δεν του φαινόταν αντάξιο. Όχι του υπόλοιπου μυθιστορήματος μα του πρωταγωνιστή του. Ήθελε ένα τέλος τραγικό και συνάμα δοξαστικό. Ένα τέλος λυπημένο μα και αισιόδοξο ταυτόχρονα. Ένα τέλος μεγαλοπρεπές! Μονάχα αυτό σκεφτόταν άξιζε στον ήρωα του. Τίποτα λιγότερο. Ποιο όμως ήταν αυτό το τέλος? Ποιο? Ποιο? Ποιο? Κοίταζε το χαρτί του απελπισμένος. Ξαφνικά βούρκωσε.Το τσιγάρο στο στόμα του είχε σχεδόν τελειώσει.
  Το επόμενο πρωινό στο δωμάτιο δεν υπήρχε τίποτα εκτός από έναν άνθρωπο, λίγες στάχτες και ένα τσιγάρο καμμένο μέχρι τη γόπα του...




(Από ένα φίλο, τον Μπλε..)

Παρασκευή 9 Ιουλίου 2010

Hold On...


"Πρόσεχε μην παραπατήσεις και πέσεις", ήταν οι πρώτες λέξεις που θυμάμαι να άκουσα... Άνοιξα τα μάτια και κοίταξα γύρω μου.. Κανείς... Και εγώ περπατούσα, έτσι έμοιαζε... Σταθερά βήματα. Ξαφνικά συνειδητοποίησα πως δεν ήμουν εγώ, δεν ήταν το σώμα μου αυτό.. Κι όμως ήμουν μέσα. Δε ξέρω πόση ώρα, ίσως ώρες, ίσως μέρες, μήνες... Και πήγαινε ίσια σ' ένα αόρατο μάλλον μονοπάτι που δε φαινόταν το τέλος του, αν υπήρχε.. Δεν έβλεπα καλά, τα πάντα ήταν μαύρα ή κάτασπρα από υπερβολικό φως, εναλλάξ σε κάποια σημεία στους απέναντι τοίχους.. Λευκό. Αλλά δε μπορούσα να πλησιάσω τις πηγές, δε μπορούσα ν' αλλάξω την πορεία του.. Αριστερά και δεξιά κενό, το τίποτα από κάτω μας.. Και από παντού μια εκκωφαντική, σιχαμένη, παράφωνη νεκρική μελωδία να έρχεται και να σβήνει ξανά και ξανά.. Στον αέρα γκρι κοράκια πετούσαν ανάποδα πηγαίνοντας πίσω, κοιτώντας μπροστά.. Μα πίσω δε μπορούσα να κοιτάξω.. Δε γύριζε τόσο το κεφάλι, δε σταματούσαν εκείνα τ' αναθεματισμένα πόδια.. Έπρεπε να συνεχίσω μπροστά, το ένιωθα κι ας μην ήξερα το λόγο.. Δεν έβγαινε η φωνή μου, ήμουν ξένος εδώ.. Μα που πήγε η φωνή μου?...

Είχε πλέον κοντέψει πάρα πολύ.. Όταν έφτασα στην ίδια ευθεία σταμάτησε για λίγο.. Κοίταξα δεξιά.. Το φως λιγόστεψε και εμφανίστηκε από πίσω ένα παράθυρο.. Μια γιαγιά κλωστή κλωστή κατέστρεφε ένα πολύχρωμο ατελείωτο μακρύ κέντημα που έμοιαζε με φιλμ φωτογραφικής μηχανής.. Δάκρυσε... Και ένα μικρό παιδάκι παρακολουθούσε αμίλητο, καθισμένο στο πάτωμα στα τρία μέτρα...
Τα βήματα ξανάρχισαν, η εικόνα χάθηκε στο φως... Σε λίγο ένα γέλιο ειρωνείας διέκοψε τη σπαστική μελωδία και αμέσως μετά επικράτησε η απόλυτη ησυχία.. Βγήκε απ' το στόμα μου, αλλά δεν το 'κανα εγώ σίγουρα.. Τι περίεργο, ένιωθα σαν φυλακισμένος.. Σταμάτησε πάλι. Αυτή τη φορά το παράθυρο ήταν αριστερά και μέσα μια παρέα σ' ένα μάλλον κήπο, όρθιοι και αγκαλιασμένοι.. Όλοι χαμογελαστοί, όχι απαραίτητα χαρούμενοι, με φωτοστέφανα πάνω απ' τα κεφάλια τους, ακίνητοι σαν αγάλματα λες και περίμεναν το κάτι να τους πάρει από 'κει... Λίγο πριν φύγω πρόλαβα να διαβάσω μια ξεθωριασμένη επιγραφή χαραγμένη στο τζάμι: "Χαμένα Χρόνια"...
Όλα επέστρεψαν, μαζί και η μελωδία.. Τα κοράκια τώρα ψιθύριζαν λέξεις μ' ανθρώπινες φωνές στο πέρασμά τους.. Τόσα γρήγορα που δεν καταλάβαινες τίποτα απ' όσα έλεγαν.. Η επόμενη πηγή φωτός σχεδόν με τύφλωσε.. Ήταν ένα ζευγάρι, υποθέτω.. Αυτή κρατούσε μια μαδημένη μαργαρίτα και είχε ένα λυπημένο βλέμμα.. Ίσως και κουρασμένο.. Αυτός την ακούμπησε προσεκτικά και είπε: "Εγώ φταίω που σε πίεσα.. Αν ήταν στο χέρι σου και μόνο θα το είχες σταματήσει καιρό τώρα.. Συγγνώμη, αντίο...", έπειτα έμεινε πλάι της μέχρι που ύστερα από αρκετή ώρα έφυγα, έφυγε...
Και το ανούσιο ταξίδι συνεχίστηκε.. Πλέον δεν ένιωθα τίποτα και ακόμη δεν καταλάβαινα.. Αλλά το ενδιαφέρον χάθηκε.. Δεν ήθελα να ξέρω πια.. Έκλεισα τ' ασήκωτα εκείνα βλέφαρα. Τα βήματα τώρα μου τρυπούσαν τ' αυτιά σε κάθε τους πάτημα και ο πόνος ήταν τόσο δυνατός λες και μου φύτευαν καρφιά στο στέρνο.. Δεν ήξερα πόση ώρα θ' άντεχα, αλλά δε μ' ένοιαζε.. Τα ξανάνοιξα. Τα πουλιά ξαφνικά πάγωσαν και έπεσαν όλα στο κενό.. Σε δευτερόλεπτα έσβησαν στο μαύρο. Μια κραυγή απόγνωσης σταμάτησε ακαριαία τη στενή φυλακή μου, μαζί και τον πόνο.. Ο λυτρωτικός ήχος ήρθε απ' το πουθενά. Δεν είδα κανέναν. Μόνο εκείνο το φως πάλι και ένα θολό παράθυρο.. Μέσα ένα ξύλινο τραπέζι και στο πάτωμα ένα μπουκαλάκι μ' ένα κόκκινο υγρό και δίπλα μια μικρή ζυγαριά... Αυτό.
Πάλι βήματα, τώρα πολύ πιο ελαφρά. Σχεδόν νεκρά.. Κάπου στο βάθος φάνηκε μια πόρτα και από πάνω ένα ρολόι.. Χωρίς αριθμούς. Το τέλος?... Κόντεψε και την τελευταία πηγή.. Ήταν μόνος του εκεί. Γνωστό πρόσωπο, αλλά δε θυμόμουν τόπο και χρόνο.. Και τότε... Μόλις τον κοίταξα κατάματα είχε ήδη συμβεί.. Τον έβλεπα πίσω απ' το τζάμι, εγώ στο σώμα μου και αυτός μάλλον στο δικό του.. Τώρα κατάλαβα. Και οι λέξεις βγήκαν από μόνες τους μέσα απ' το στόμα μου: "Ποτέ δε θα ευχόμουν ή θα επιδίωκα το κακό σου, αλλά αν ποτέ σου συμβεί κάτι πραγματικά κακό να με θυμηθείς"... Σιωπή ξανά. Χωρίς φωνές, χωρίς μελωδίες, χωρίς... Μόνο το τρίξιμο της πόρτας καθώς άνοιγε.. Όλα τα φώτα χάθηκαν. Ο λεπτοδείκτης σταμάτησε.. Τον έχασα απ' τα μάτια μου.. Βασίλεψε το μαύρο. Δεν έβλεπα πλέον τίποτα, δε μπορούσα να κουνηθώ.. Δεν ήμουν. Και αυτή η απόλυτη ησυχία με τρέλαινε.. Δεν υπήρχε πια λόγος να έχω ανοιχτά τα μάτια μου.. Για μια στιγμή αναρωτήθηκα, γιατί να έκλαιγε η γιαγιά?... Έσβησα.. Αυτό ήταν.

 


"Δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα, ο εγκέφαλος νεκρώθηκε τελείως", είπαν...

Κυριακή 27 Ιουνίου 2010

The Beauty And The Singer


Αυτή ήταν τόσο μικρή για τον κόσμο γύρω της και τα φτερά της τόσο αδύναμα για να πετάξει μακριά τους... Αυτός τόσο δυνατός στα μάτια των άλλων, αλλά και τόσο αδύναμος να τη βοηθήσει από εκεί κάτω χωρίς φτερά... Ήθελε, αλλά δε μπορούσε..
Και οι ελπίδες γερνούσαν καθώς ο χρόνος κυλούσε χωρίς ποτέ κανείς τους να μιλήσει.. Έτσι, αποδεχόμενος τη μοίρα τους, έμενε να την κοιτάζει κάθε πρωί και κάθε βράδυ να πετάει από λουλούδι σε λουλούδι με το πιο θλιμμένο τίναγμα φτερών που είχε γνωρίσει.. Τα χρώματά της σκόρπιζαν το μαύρο στον ανούσιο ουρανό του.. Και δάκρυζε η ψυχή του απ' την ανικανότητα της ύπαρξής του σε κάθε της βλέμμα.. Η θλίψη της, σαν δηλητήριο στη μικρή καρδιά του, του έτρωγε τη ζωή μέρα με τη μέρα και όμως εκείνη δεν ήξερε τίποτα.. Και αν υπήρχε κάτι να κάνει για να τη δει χαρούμενη θα το έκανε χωρίς δεύτερη σκέψη.. Ήταν έτοιμος ακόμη και να πεθάνει οποιαδήποτε στιγμή αρκεί εκείνη να του το ζητούσε ως αντάλλαγμα της ευτυχίας της.. Δυστυχώς όμως δε θα έφτανε ούτε αυτό...

Ο πόνος του είχε αρχίσει να γίνεται αβάσταχτος και η μόνη διέξοδος των αποπνικτικών συναισθημάτων του ήταν η μουσική.. Ήταν το κρυφό του καταφύγιο.. Έτσι κάθε νύχτα, αφού την έβλεπε να πέφτει για ύπνο, πήγαινε πίσω στο βάλτο του, εκεί ανάμεσα στα βράχια και έβρισκε μια άνετη θέση για να τραγουδήσει παρέα με την απόγνωσή του.. Και τραγουδούσε τόσο ωραία έλεγαν, που σε κάθε του νότα άνθιζε και ένα μπουμπούκι..
Ένα βράδυ όμως συνέβη κάτι απρόσμενο για την μίζερη καθημερινότητά τους.. Η πικρόγλυκη μελωδία της φωνής του σε συνδυασμό με την αϋπνία της την έφερε κοντά του.. Ήταν όμως τόσο ντροπαλή που φοβήθηκε να του αποκαλύψει την παρουσία της και έτσι έμεινε να κρυφακούει πίσω από ένα μικρό παπαρουνόφυλλο.. Τότε για πρώτη φορά στη ζωή της ένιωσε την απόλυτη ηρεμία.. Και ήταν τόσο όμορφο συναίσθημα.. Πλέον όλα γύρω της έμοιαζαν τόσο οικία που άφοβα έκλεισε τα μάτια της και χωρίς να σκέφτεται τίποτα αφέθηκε στη μεθυστική μουσική του...
Το επόμενο βράδυ τον επισκέφθηκε ξανά.. Κρυφά.. Και το ίδιο συνέβη και το παρεπόμενο και το παρεπόμενο.. Εθίστηκε μάλιστα τόσο πολύ που ένα βράδυ δε μπόρεσε να κρατηθεί και βγήκε απ' την κρυψώνα της.. Και έτσι, προτού καλά καλά το καταλάβει και η ίδια, μ' ένα χορευτικό φτερούγισμα είχε ήδη βρεθεί μπροστά του...

Ακολούθησαν μερικά δευτερόλεπτα απόλυτης σιωπής όπου και οι δύο είχαν παγώσει από αμηχανία.. Γρήγορα όμως όλα επανήλθαν με το πρώτο χαμόγελο.. Ναι, ήξερε τι έπρεπε να κάνει... Το τραγούδι συνεχίστηκε μέχρι το ξημέρωμα χωρίς κανείς τους να πει κουβέντα από φόβο μη χαλάσει τη μαγεία της στιγμής... Και ήταν η πιο όμορφη νύχτα της ζωής του..
Λίγο πριν φύγει του μίλησε... Ήταν η πρώτη φορά, οι πρώτες ντροπαλές λέξεις.. Έπειτα της μίλησε και αυτός.. Και είχε τόσα να της πει... Ποιος θα το πίστευε πως θα ερχόταν αυτή η στιγμή... Και ήταν τόσο χαρούμενοι και οι δύο λες και μόλις είχε ξεκινήσει η ζωή τους.. Και σίγουρα κάπως έτσι ήταν...

Αυτός την παρακολουθούσε κάθε μέρα και αυτή τον άκουγε κάθε νύχτα.. Τόσο καιρό ήταν τόσο κοντά, αλλά και τόσο μακριά ο ένας απ' τον άλλο χωρίς ουσιαστικό λόγο..
Τι χαζό και ανούσιο πράγμα η ντροπή... 
Από τότε ήταν κάθε μέρα μαζί και κανείς τους δε θα το άλλαζε αυτό για τίποτα.. Ένα βράδυ μάλιστα του είχε πει κιόλας πόσο χαρούμενη ήταν πλέον ακούγοντας τη μουσική του και από τότε αυτός της υποσχέθηκε πως δε θα ξανατραγουδήσει παρά μόνο για το πιο όμορφο πλάσμα του κόσμου... Με την ελπίδα να τη βλέπει για πάντα ευτυχισμένη...

Παρασκευή 18 Ιουνίου 2010

The Circle Of Pretenders



That night I couldn't sleep.. Just like every night.. I was too tired 'cause it was a long, hard day, but I couldn't sleep at all so I went out for a walk.. These thoughts inside my mind are feeding the pain and it gets harder and harder to pass through it every night I go to bed. Alone.. In my lonely room, in my lonely house, in my lonesome way of livin'.. I don't know what's going on, I can't tell the reasons why, but I know that something's wrong.. Something so close and maybe so far from me...
I didn't care where I was going to, I couldn't think so I left my legs lead the way.. And all of a sudden, as I was walking and looking the stars in the saddest sky I had ever seen, I heard a strange voice at the end of the street coming out from a black door.. "Where am I? And what is this place?" I thought.. I went to check it out, not because I really wanted to know, but that thing gave at least a small reason in my endless and painful day.. "I have nothin' to lose, no one's waiting for me, no one cares so there's nothing to worry about" were the words that made me go on..
Only seven chairs, nine sad faces and a lamp were filling the dark room behind the small black door.. They had made a circle and they were sharing their life problems. Most of them were sick or somethin'.. A young man was sitting on the floor, the others on the chairs and another man was standing in front of the lamp saying: "I look around this room and I see a lot of courage and that gives me strength. We give strength to each other".. Then he stopped his speech and looked at me when I walked in and said: "Come in stranger. We're having a little discussion here, you can join us if you want."..
I stayed for a while but... It wasn't exactly what I expected.. Nothing unusual, nothing strange.. Close to nothing at all to say the truth.. Everyone's pretending that wants to hear you and that makes you feel that you're not alone. But their ears are closed. They're just waiting for their turn to speak and open up themselves 'cause that makes them feel better. Every single one's got a story to tell, but who's gonna hear it? Who cares?.. It's just an illusion... The circle of pretenders.
You could see a river of tears having their own party in this room.. I've had enough of such things these days so that wasn't for me, I couldn't stand it anymore. I don't even know why I stayed.. I left this sick place and walked my way back home.. Suddenly it started to rain. I froze and thought of my life for a moment.. Nothing special, nothing's changed.. Everyday the same story, the same old scenario, the same puppets killing their time out there.. The same days just like today. The same feelings.. Even the same cold rain...
Finally I reached my silent, poor place. Everything was there just as I left them.. The only thing that changed was the time.. Time never stops, never waits.. And when I slowly closed the door behind me I thought: "I wish something different would come up from all of this.. This big nothing... I wish tomorrow would bring something special in this house... Even a murder, or maybe... A suicide..."

Σάββατο 12 Ιουνίου 2010

The Meeting



Έσταξε μια φράση στο αυτί του και χάθηκε κάπου ανάμεσα στα άστρα.. Και τότε ο νεογέννητος εγκέφαλός του πλημμύρισε με γνώση:
"Τυφλός προχωράει στο μονοπάτι της ζωής αυτός που την αντανάκλασή του δε μπορεί να δει κοιτώντας στον καθρέφτη..."
 
...και το επόμενο πρωί ξύπνησε με μια περίεργη διάθεση.. Πήγε κοντά στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Τα σύννεφα στον ουρανό έμοιαζαν με αμέτρητες πεταλούδες που πετούσαν πάνω απ' τα όνειρα όλων αυτών που ακόμη στριφογύριζαν μέσα στις κουβέρτες τους.. Και τα κλαδιά των δέντρων στο απέναντι πάρκο χόρευαν αρμονικά μαζί με τα λουλούδια στο ρυθμό της... Έτριψε βιαστικά τα μάτια του και κοίταξε πίσω του σκεπτόμενος..

Έκανε 8 αθόρυβα βήματα προς το μέρος της και του φάνηκε σαν να πέρασαν 8 κακόκεφοι μήνες μπροστά απ' τα χείλη της ζωής τους.. Ό,τι αξίζει θέλει κόπο, ψιθύρισε.. Και τα χείλη του δάκρυσαν μαζί με τα δικά της.. Και όταν οι σταγόνες από αίμα άγγιξαν το έδαφος έγιναν ένα όπως και αυτοί.. Τώρα σε ξέρω, είπε και την ακούμπησε προσεκτικά με το δεξί του χέρι λες και ήταν ό,τι πολυτιμότερο είχε..

Έπειτα επέτρεψε στον εαυτό του ένα χαμόγελο ανακούφισης.. "Τώρα με ξέρω, γιατί γνώρισα εσένα.. Η αλήθεια μου κρύβεται μέσα σου, μέσα στην πιο βαθιά σου ανάγκη... Και μόνο εσύ ξέρεις πως να τη χειριστείς σωστά.. Σου παραδίνομαι λοιπόν...", είπε σιωπηλά και πήγε αμέσως να φορέσει τα καλά του για να υποδεχθεί την πιο όμορφη μέρα της ζωής του, όπου μια νέα αρχή τον περίμενε.. Η αρχή της γνωριμίας μαζί του.. Της γνωριμίας με τον πραγματικό του εαυτό...
Kiitos...