To The Next Step, 'Till The Last Step...

Τρίτη, 30 Μαρτίου 2010

Love's Gift


Έτρεξα για να προλάβω...

Βγήκα έξω στο δρόμο και έψαξα να βρω τη νύχτα με τα πιο λαμπρά άστρα, αλλά η μόνη λάμψη που βρήκα ήταν το ελάχιστο κι αδύναμο φως μιας μικρής πηγολαμπίδας. Και το πήρα..
Σήκωσα το κεφαλί μου και κοίταξα τον καταγάλανο ουρανό αναζητώντας τα ζωηρά χρώματα τ' ουράνιου τόξου, αλλά το μόνο που υπήρχε εκεί ψηλά ήταν μια υποψία απ' τη έντονη μυρωδιά τους. Και την πήρα και αυτή..
Έψαξα στον ανύπαρκτο κήπο μου μήπως και βρω κανένα χαρούμενο τριαντάφυλλο, αλλά το μόνο που βρήκα ήταν ένα πέταλο από μια λυπημένη μαργαρίτα. Και το κράτησα..
Έσκαψα το χώμα που ήταν θαμμένη η καρδιά μου να βρω τις ρίζες της αγάπης, όμως το μόνο που βρήκα ήταν μερικές ξεχασμένες αναμνήσεις. Και τις μάζεψα..
Κοίταξα μεσ' στο πλήθος εκεί έξω ψάχνοντας για ένα ζευγάρι μάτια αντάξιο του δικού σου, αλλά ατύχησα και πάλι.. Μόνο ένα χαμόγελο μου έμεινε και μου το 'κλεψα κι αυτό..


Έτρεξα για να προλάβω...

Μερικές σταγόνες της βροχής, κάτι ξεχασμένες νότες, δυο σπασμένα σ' αγαπώ, ένα κρυφό παιχνίδι μεταξύ εραστών, μια δόση ζήλιας και κάτι μαραμένες υποσχέσεις, ένα καλώδιο επανασύνδεσης και 31 πο
λύχρωμα, ενοχλητικά ζουζούνια ήταν τα τελευταία που κατάφερα και βούτηξα απ' το καλάθι της ζωής.. Τα έβαλα όλα αυτά σ' ένα καζάνι, τα ανακάτεψα καλά και έριξα και από πάνω μια σκόνη ελπίδας με την πιο γλυκιά γεύση που 'χεις γνωρίσει..
Μετά το έχυσα όλο με προσοχή σε ένα μικρό βαζάκι και έτρεξα να σε βρω, να σε προλάβω πριν φύγεις... Και στο 'δωσα.. Τώρα έχεις στα χέρια σου την ψυχή μου, έτσι για να με θυμάσαι. Το ξέρω, δεν είναι αρκετό για 'σενα, αλλά δυστυχώς αυτό ήταν ό,τι καλύτερο είχα να σου δώσω.. Και τελικά έφυγα εγώ πρώτος...


Τώρα τρέξε για να με προλάβεις...

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

The Return Of The King...?



Και τώρα πίσω στα δικά μας.. Πίσω εκεί όπου κανείς δε μπορεί να ξέρει, δε μπορεί να μάθει... Άνοιξα την πόρτα και με βαριά βήματα μπήκα μέσα.. Ήρθα να ξεκουραστώ λίγο.. Έτσι τους είπα, έτσι γνωρίζουν όλοι.. Όχι, δε γύρισα γι' αυτό και το ξέρω. Μόνος και πάλι στο ζεστό μου δωματιάκι.. Ωραία, τώρα μπορώ να ξεντυθώ ελεύθερα.. Εδώ δε φοβάμαι. Κανείς δε με βλέπει.. Είναι δύσκολο να είσαι χαρούμενος στα μάτια τους όταν μέσα σου πνίγεσαι.. Αργά και βασανιστικά από μια απέραντη θάλασσα σκέψεων, από λίγα δάκρυα.. Ίσως πάλι να 'ναι και εύκολο. Στους τρίτους πάντως πιάνει. Καμιά φορά και σ' αυτούς που σε ξέρουν. Σε ξέρουν?.. Κοιτάχτηκα για λίγο στον καθρέφτη.. Μα ποιον κοροϊδεύω? Ναι, είναι δύσκολο...
"Φτάνουν τα ψέματα, δεν είναι κανείς εδώ για να σ' ακούσει. Άδικα θα πάνε.", είπε.. Τον κοίταξα καλύτερα.. Αμέσως άπλωσε το χέρι του μέσα απ' το γυαλί και μ' άγγιξε στο στήθος σαν να ήθελε να με ξυπνήσει. Και ήταν σαν να με τρύπησε μαχαίρι... Πήρα μια βαθιά ανάσα και ηττημένος ακούμπησα την καλύτερή μου μάσκα στο τραπεζάκι... Τα φώτα έσβησαν. Παράσταση τέλος, όσο γελάσατε γελάσατε.. Αυτό το λίγο είχα να δώσω.. Τον καλύτερό μου εαυτό...
Το ξέρω καλά πως δεν είμαι εγώ αυτός.. Το ξέρεις και εσύ. Ίσως... Κάποιες φορές αναρωτιέμαι ποιος πραγματικά είμαι.. Θυμάμαι τα αθώα χαμόγελα τότε και βλέπω το τέρας που έχτισα σήμερα.. Δε μετανιώνω για ό,τι έγινε, αλλά ξέρω ότι πλέον είναι αργά για να με πιστέψεις... Καμιά φορά ούτε εγώ μπορώ.. Σε πόνεσα, πονάω.. Τώρα όμως ξέρω πως... Άστο καλύτερα, λίγη σημασία έχει πια...
Άργησα.. Νομίζω πως ήρθε η ώρα να φύγω πάλι...

Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010

The Sweetest Feeling



Να είναι εκεί... Να σε αγκαλιάζει λίγο πριν κοιμηθείς με τα ζεστά της χεράκια.. Να τη σκεπάζεις με μια μικροσκοπική κουβέρτα, σ' ένα κρεβάτι φτιαγμένο από νάνους για νάνους.. Ν' ακουμπάει απαλά το κεφάλι της στο στήθος σου και εσύ να νιώθεις τη σιγουριά της ύπαρξής σου.. Ν' ακούς την καρδιά της να χτυπάει ρυθμικά και να εναρμονίζεται απόλυτα με κάθε σου ανάσα.. Να την παίρνει ο ύπνος και εσύ ακίνητος με τα μάτια ορθάνοιχτα να παραφυλάς, έτοιμος να κατασπαράξεις οτιδήποτε προσπαθήσει να ταράξει την ηρεμία της... Να ονειρεύεστε το ίδιο όνειρο την ίδια στιγμή.. Να ξυπνάς κάθε πρωί σ' αυτήν την ίδια αγκαλιά και όταν πια ο ήλιος αρχίσει να χορεύει στον απέναντι τοίχο του δωματίου να της ψιθυρίζεις γλυκά στο αυτί καλημέρα.. Να ακούτε μαζί το πρωινό τραγούδι των πουλιών και μ' ένα αμοιβαίο χαμόγελο ν' αποχαιρετάτε τ' αστέρια που φεύγουν για να προετοιμάσουν την επόμενη νύχτα.. Και ένα ρίγος να διαπερνά όλο σου το κορμί στον γαλήνιο ήχο της φωνής της όταν σε ρωτήσει: "Πως κοιμήθηκες?"...



Μια αγκαλιά. Τόσο απλό.. Κι όμως αρκετό για να σε κάνει να νιώσεις τη συμαντικότερη ευτυχία.. Την ευτυχία της στιγμής. Της στιγμής που ανακαλύπτεις πως δεν είναι όνειρο, πως όντως είναι εκεί.. Μα τότε φοβάσαι.. Πάλι... Αναρωτιέσαι αν θα είναι εκεί για 'σένα και αύριο, μεθαύριο.. Πηγαίνεις κοντά στο παράθυρο, στέκεσαι για λίγο και αφού κοιτάξεις τον ουρανό με μια ανούσια απορία ξαναγυρίζεις το βλέμμα σου στο δικό της.. Και της χαμογελάς.. Γιατί τότε ξέρεις πως... Ναι, θα είναι, όπως θα είσαι και εσύ..

Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2010

Flam's Dream

Μια φορά και έναν καιρό, σε μια χώρα όπου βασίλευε το χιόνι ζούσε ένας μικρός χιονάνθρωπος, ο Flam. Η χώρα λεγόταν Χιονόπετρα και ήταν η μοναδική την οποία δεν έβλεπε ο ήλιος, πάνω σ' ένα πλανήτη όπου δώδεκα μήνες το χρόνο έμενε ακίνητος.. Το όνομα αυτού, Zoopiter.. Εκεί πέρα η θερμοκρασία έφτανε μέχρι και τους -133C βαθμούς, έτσι όλοι οι άνθρωποι που κατοικούσαν εκεί είχαν πλέον γίνει χιονάνθρωποι απ' το κρύο και ζούσαν ήρεμα και ειρηνικά στον παγωμένο αυτό παράδεισο. Ζώα και φυτά δεν υπήρχαν, μόνο σε αγαλματάκια έξω απ' τις αυλές των πιο μεγάλων σπιτιών.
Ο Flam ήταν πολύ ευτυχησμένος σε αυτόν τον κόσμο, όχι γιατί ζούσε πλουσιοπάροχα, αλλά γιατί είχε ό,τι χρειαζόταν και αυτό του ήταν αρκετό. Βέβαια, ήταν μόνος γιατί οι δικοί του είχαν πεθάνει πολλά χρόνια πριν, όταν ακόμη ήταν άνθρωποι, αλλά τα έβγαζε πέρα και έτσι μια χαρά.. Η καλύβα του ήταν μικρή, ίσα που χωρούσε τρια άτομα και εξωτερικά δε γέμιζε και πολύ το μάτι, αλλά ήταν πολύ ζεστά στολισμένη από μέσα. Την αγαπούσε και την πρόσεχε με πολύ στοργή. Κάθε "πρωί" στις εννιά άναβε την τεράστια λάμπα που είχε έξω απ' το σπίτι του και μετά πήγαινε για τα ψώνια της ημέρας. Όταν επέστρεφε καθάριζε το σπιτάκι του απ' το χιόνι που είχε μαζευτεί μέσα την προηγούμενη μέρα και ύστερα ετοιμαζόταν να πάει για ψάρεμα. Που και που ψάρευε και για το γείτονα του, τον Hoopy, που ήταν ένας παππούλης χιονάνθρωπος μεγάλης ηλικίας και χρειαζόταν τη βοήθεια του για να ζήσει.. Μετά γύριζε πίσω για να δει την αγαπημένη του εκπομπή στην τηλεόραση. Ένα κουκλοθέατρο με ζώα.. Τα μόνα "αληθινά" που μπορούσε να δει.. Έπειτα ξεκουραζόταν για την απογευματινή του βόλτα. Όταν ερχόταν εκείνη η ώρα έβαζε το κασκόλ του και κατέβαινε μέχρι τη λίμνη. Του άρεσε πάρα πολύ να βλέπει τα πρώτα πρώτα αστέρια να χορεύουν στο ρυθμό αυτής της λίμνης, η οποία για κάποιο περίεργο λόγο δε πάγωνε ποτέ! Κάποιοι πίστευαν πως προστατευόταν από μια θεά η οποία ζούσε μέσα της, αλλά κανείς δεν ήξερε στα σίγουρα.. Καθόταν και παρακολουθούσε αυτό το θέαμα πολλές ώρες, όταν όμως πια έβγαινε και το φεγγάρι στον ουρανό, ήταν έτοιμος να γυρίσει πίσω στο φτωχικό του. Τέλος, έσβηνε τη μεγάλη λάμπα και αφού καληνυχτούσε το γεράκο της διπλανής πόρτας έπεφτε για ύπνο.. Αυτό γινόταν κάθε μέρα και όλα κυλούσαν όμορφα μέχρι που κάτι ξαφνικό τάραξε την ήσυχη ζωή του Flam και όλων των χιονανθρώπων...
Ένας τεράστιος κομήτης χτύπησε τον Zoopiter με μεγάλη ταχύτητα με αποτέλεσμα ο πλανήτης να πάρει μια μικρή κλίση, αρκετή για να επιτρέψει στον αδίστακτο ήλιο να δείξει τις άγριες διαθέσεις του στη γη της Χιονόπετρας.. Και αυτό ήταν και το τέλος της.. Τα χιόνια και οι πάγοι έλιωσαν, η μέρα έθαψε τη νύχτα και μια αφόρητη ζέστη αγκάλιασε τα σπίτια των χιονανθρώπων.. Μαύρες μέρες ξημέρωναν πια για τους κατοίκους της Χιονόπετρας και τον κακόμοιρο  Flam.. Μη έχοντας άλλη επιλογή, όσοι επέζησαν απ' την καταστροφή έφυγαν απ' τη χώρα για να βρουν αλλού και πάλι το λευκό χώμα.. Όμως ο μικρός Flam ήταν εκεί, περίμενε.. Τα μάτια του ακόμη δε μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που έβλεπαν. Του ήταν αδύνατο να φύγει. Δε μπορούσε ν' αφήσει πίσω του το καλυβάκι που τόσο αγαπούσε, τη μαγεμένη λίμνη και τα χαρούμενα αστέρια, τα πρωινά τρεχάματα, μια ολόκληρη ζωή... Ήξερε καλά όμως ότι αν έμενε δε θα άντεχε πολύ καιρό ακόμη.. Και εκείνη τη στιγμή της απόγνωσης, για καλή του τύχη, εμφανίστηκε μπροστά του ο Hoopy (απ' τους τελευταίους που έφυγαν απ' τη Χιονόπετρα) και του είπε κάτι που του έφερε ένα ελπιδοφόρο χαμόγελο στα κρύα χείλη του.. "Αν πραγματικά θέλεις να δεις και πάλι χιόνι σ' αυτόν τον τόπο υπάρχει κάποιος που ίσως μπορεί να σε βοηθήσει.. Λένε ότι σ' ένα μέρος μακριά από 'δω, στην άκρη του κόσμου, εκεί όπου τα δέντρα μιλάνε και τα σύννεφα κλαίνε, ζει μια μωβ νεράιδα η οποία πραγματοποιεί ευχές σε όποιον αγαπάει αληθινά.. Πρέπει όμως να το θέλεις πολύ και να ξέρεις πως ένα τέτοιο ταξίδι δεν έχει σίγουρη επιστροφή, ειδικά για ένα χιονάνθρωπο.. Καλή σου τύχη, αντίο", είπε και έφυγε.. Ο Flam τότε έμεινε για λίγο σκεπτικός και αφού ξανακοίταξε βιαστικά γύρω του πήρε την απόφαση του. Ξεκίνησε..
Ο στόχος του βρισκόταν μακριά και σε άγνωστο ακόμη σημείο. Ήξερε καλά ότι θα συναντούσε πολλά εμπόδια στο δρόμο του και πρωτόγνωρα γι' αυτόν μέρη, αλλά είχε κάνει πλέον την επιλογή του. Ήρθαν δύσκολες ώρες και ζεστές νύχτες, όμως δεν το 'βαζε κάτω.. Γνώρισε το φόβο και την απόλυτη μοναξιά, ταλαιπωρήθηκε πολύ αντιμετοπίζοντας τα χτυπήματα της φύσης, όμως και πάλι δεν έπεφτε.. Συνάντησε για πρώτη του φορά αληθινά ζώα, άκουσε το κελάιδημα των πουλιών, τα παιχνίδια των φύλλων στα δέντρα, το τραγούδι του λύκου και της κουκουβάγιας, τον ήχο που κάνει η θάλασσα όταν μαστιγώνει τα άτροτα γέρικα βράχια.. Γέμισε εμπειρίες... Και ήταν πια έτοιμος να φτάσει στην άκρη του κόσμου, ν' αντικρίσει τη πολυφημισμένη μωβ νεράιδα.. Ήξερε ότι πλέον ήταν κοντά.. Καθώς λοιπόν μια μέρα μετά από πολύ καιρό περιπλανιόταν σ' ένα ατελείωτο δάσος κάτι μαγικό συνέβει... Ένιωσε τις σταγόνες της βροχής να του χτυπούν το σώμα και μετά να θάβονται απαλά μέσα του.. Ήταν η πρώτη βροχή που έβλεπε, η πρώτη που άκουγε, που μύριζε.. Και τότε.. Τότε τα δέντρα του μίλησαν... "Έφτασες επιτέλους", είπαν. Ο Flam τρόμαξε στην αρχή, αλλά γρήγορα κατάλαβε που βρισκόταν.. Αμέσως ακολούθησε τις φωνές τους και βρέθηκε σ' ένα ξέφωτο πλημμυρισμένο από πολύχρωμες φούσκες.. Ήταν εκεί, την κοίταξε κατάματα και αυτή τότε του είπε με γλυκιά φωνή: "Καλως ήρθες, σε περίμενα. Ξέρω γιατί βρήσκεσαι εδώ και με χαρά σου λέω πως η ευχή σου πλέον πραγματοποιήθηκε.. Η Χιονόπετρα είναι και πάλι κατάλευκη όπως πριν, μπορείς να είσαι ήσυχος.."  Δυσκολεύτηκε λίγο στην αρχή να πιστέψει πως ήταν τόσο απλό, όμως αμέσως το πρόσωπό του έλαμψε και πάλι.. Μέσα του πετούσε απ' τη χαρά του και δεν ήξερε πως να ευχαριστήσει τη νεράιδα για το καλό που του έκανε. Τώρα πια το όνειρό του είχε γίνει πραγματικότητα και το μόνο που του έμενε ήταν απλά να επιστρέψει.. Ήταν όμως πολύ εξαντλημένος απ' το ταξίδι και έτσι η νεράιδα προσφέρθηκε να του κάνει μία χάρη ακόμη.. Του υπενθύμισε πως ήταν πολύ τυχερός που είχε καταφέρει να φτάσει ως εκεί και αφού τον προειδοποίησε πως μπορεί να μη μπορέσει να φτάσει μέχρι τη χώρα του σώος του πρόσφερε μια θέση στο μαγικό αυτό δάσος κάνοντάς τον όμως πρώτα κανονικό άνθρωπο.. Ο Flam ήταν πολύ στεναχωρημένος, αλλά ήξερε ότι είχε δίκιο.. Δε μπορούσε όμως με τίποτα ν' αφήσει κάτι που άρχισε με τόσο κόπο στη μέση.. Ήθελε να δει και πάλι τη χώρα του όπως την είχε γνωρίσει... Το σκέφτηκε λίγο ακόμη, αλλά τελικά δεν άλλαξε γνώμη. Θα γύριζε πίσω όποιο κι αν ήταν το τίμημα.. Έτσι, αποχαιρέτησε τη μωβ νεράιδα, τα ζώα και τα δέντρα του δάσους και αφού του ευχήθηκαν καλή τύχη έφυγε..
Πέρασαν ώρες, μέρες, μήνες και ο μικρός χιονάνθρωπος δεν άντεχε πια.. Είχε ήδη αρχίσει σιγά σιγά να λιώνει, όμως δεν σκέφτηκε ούτε στιγμή να τα παρατήσει.. Και τελικά τα κατάφερε.. Παρά τις αντίξοες συνθήκες έφτασε.. Και ναι, η νεράιδα έλεγε αλήθεια.. Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του όταν είδε ξανά την άσπρη γη που τόσο αγαπούσε και το πυκνό χιόνι να χαϊδεύει τις κορυφές των λόφων, όπως τότε... Έμεινε εκεί. Στεκοτάν ακίνητος να παρακολουθεί το μαγικό αυτό θέαμα.. Σιωπηλός, ολοκληρωμένος, ευτυχισμένος.. Ώσπου μετά από λίγη ώρα έγινε ένα με τη Χιονόπετρα...

Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010

Last Night


 


Συνέχισα να περπατάω στο σκοτεινό δρομάκι χωρίς να κοιτάξω πίσω ούτε στιγμή.. Έτσι κι αλλιώς αυτό έκανα κάθε φορά.. Μ' αρέσουν τα εύκολα, δεν το αρνούμαι. Είναι ωραίο να ξέρεις πως όταν βρεθείς σε δύσκολη θέση πάντα θα υπάρχει ένα μέρος που να νιώθεις ασφαλής. Εκεί όπου κανείς δεν μπορεί να σε βλάψει, γιατί δεν γίνεται χειρότερα.. Εκεί. Στις σκιές, στα σοκάκια ανάμεσα σε κατεστραμένα σπίτια, στα μονοπάτια που δεν ξέρεις πού καταλήγουν, που δε βλέπεις. Γιατί το μαύρο τους σε τυφλώνει, σε θάβει στη σίγουρη μοναξιά σου και σιγά σιγά σε σβήνει, αλλά δε σε νοιάζει.. Εκεί πέρα δε φοβάμαι να χαθώ γιατί είμαι ήδη χαμένος, δε φοβάμαι να πέσω γιατί είμαι ήδη κάτω, δε φοβάμαι να με δούνε γιατί δεν υπάρχω. Κι άμα κάποια στιγμή μ' ανακαλύψει το φως της νύχτας και μ' αντικρίσω, ίσως και να τρομάξω. Αλλά μ' ένα απ' τα αγαπημένα μου ψέματα θα του ξεγλιστρήσω και θα πάω πάλι πίσω στο ήσυχο σκοτάδι μου.
Και συνεχίζω να περπατάω.. Έχοντας ως μοναδικό μου αντίπαλο τις σκέψεις της ημέρας. Τις σκέψεις που πλέον δε φοβάμαι ν' αντιμετωπίσω, γιατί ξέρω πως δε μπορούν να με νικήσουν, σ' έναν αγώνα όπου το αποτέλεσμα είναι ανούσιο στα μάτια μου.. Τις αφήνω να με κατασπαράξουν σε μια βουβή τελετή όπου όλοι όσοι είναι παρόντες (και εγώ μαζί) γνωρίζουν, μα δε μιλάνε, απλά κοιτάζουν με δέος την ιερή αυτή στιγμή.. Και με βλέπουν ν' αργοπεθαίνω αήττητος για μια ακόμη φορά... Και μετά σηκώνομαι και συνεχίζω.. Και πηγαίνω.. Παραδίνομαι ξανά στις σκιές των κτιρίων που μου χαϊδεύουν γαλήνια το κεφάλι μέχρι να λιώσω απ' την εξαντλητική σιωπή που με κυριεύει.. Μα δε θα μιλήσω. Κουράστηκα πια ν' ακούω τη φωνή μου.. Θέλω απλά να μη σταματήσω, μέχρι τη στιγμή που το γλυκόπικρο φεγγάρι θα μου πει καληνύχτα και θα ξημερώσει.. Και όταν κοιτάξω γύρω μου, υπό το φως του πρωινού ήλιου, δε θα ξέρω που βρίσκομαι.. Και τότε θα σταματήσω, θα κοιτάξω για λίγο ψηλά και μετά θ' αρχίσω πάλι να με βρίσκω...

"Πως πέρασες χθες το βράδυ?", ίσως και να με ρωτήσω..
"Ήσυχα. Πήγα μια βόλτα να πάρω λίγο αέρα..".
Ωραία. Και τώρα?.. Τώρα, καλημέρα...
Kiitos...