Εγκαίνια
Να και κάτι καινούριο που έφερε το 2010.. Είναι θα έλεγε κανείς, μια άλλη, λίγο διαφορετική ίσως, πλευρά του εαυτού μας... Περάστε να πείτε ένα γεια αν θέλετε!! :)
Πάντα κοιτούσα ψηλά χωρίς να σκέφτομαι την αποτυχία. Δε μπορούσα να φανταστώ πως υπάρχει κάτι που δεν μπορώ να κάνω. Ούτε τώρα μπορώ.. Με πολύ, η λίγη προσπάθεια, ανάλογα τη διάθεση μου.. Και (ευτυχώς) πάντα με βοηθούσε και η τύχη, σε κάθε ρίσκο που έπρεπε να πάρω. Ίσως το κλειδί της επιτυχίας να ήταν το ότι τίποτα δε με ένοιαζε ιδιαίτερα και ήξερα πως, και να χάσω κάτι, θα έβρισκα κάτι άλλο να κάνω.. Και τελικά, απλά δεν έχανα..
Μόλις όμως ένιωσα να φεύγει αυτό που τόσο αγαπούσα (και δεν το 'ξερα) και δε συγκρινόταν με τίποτε άλλο, κομματιάστηκα, έγινα μικρός όσο ένα αγκάθι από τριαντάφυλλο. Και φοβήθηκα τόσο που ζήτησα βοήθεια και με είδα να πέφτω από 'κει πάνω.. Πρώτη φορά ντροπιάστηκα τόσο στον εαυτό μου, στον καθρέφτη μου.. Πρώτη φορά φοβήθηκα πως, ίσως και να χάσω...
Τώρα κατάλαβα πως κάτι αγαπώ.. Κ' έμαθα ν' αναγνωρίζω μέσα μου τι πραγματικά θέλω.. Ποιος είμαι...
Είμαι ο ένας, ο μοναδικός, ο χιλιοειπωμένος, το αφεντικό σου και ο δούλος σου. Είμαι ο άκαρδος γίγαντας που θα σε λιώσει μ' ένα πάτημα, ο δυνατός, ο άτροτος. Είμαι η πέτρα που άθελα σου κλότσησες, η μύγα στο φαϊ σου και η τρίχα που έπεσε απαρατήρητη απ' τα μαλλιά σου.. Είμαι η φωτιά που σε καίει και η φλόγα που μόλις έσβησες. Είμαι ό,τι δε λέω ούτε σε 'μένα, ο πιο μεγάλος φόβος μου και το αγαπημένο σου ταλέντο μου. Είμαι για 'μένα όλα κ' ίσως για 'σένα τίποτα. Είμαι για 'μένα τίποτα κ' ίσως για 'σενα όλα...
[Επιρρεασμένο απ' τον αυτοσαρκασμό του Liani (tied puppets).]

Πόσο λυπάμαι για τις λέξεις που έχασαν την αξία τους απ' την καθημερινή τους χρήση.. Πόσο ψεύτικος έχει γίνει ο κόσμος γύρω μου, γύρω μας.. Και δεν ξέρεις πια ποιον να πιστέψεις.. Δεν εμπιστεύεσαι ούτε καν τον εαυτό σου, όταν σε ακούς να λες: "σ' αγαπώ, θα πέθαινα για σένα..." και αμέσως την επόμενη στιγμή με το πιο ανέκφραστο βλέμα που έχεις κοιτιέσαι στον καθρέφτη και αναρρωτιέσαι, και αύριο? Κι αν δεν νιώθω έτσι κ' αύριο?.. Μα είναι γλυκό το τώρα και σε κάνει να ξεχνιέσαι, ν' αδιαφορείς για την επόμενη φορά που θα βρεθείς αντιμέτωπος με τις ίδιες λέξεις...
Και ποιος μπορεί να σου πει ποιο συναίσθημα να εμπιστευτείς στο κάτω κάτω?.. Λέξεις μικρές, ανούσιες, σαν τον αέρα πηγαίνουν κ' έρχονται και δε σταματούν ποτέ. Ποτέ όμως.. Κανενός η καρδιά δε μπορεί να φυλακίσει για πάντα ένα συναίσθημα.. Τα συναισθήματα είναι πουλιά, ελεύθερα που όταν έρθει η ώρα τους φεύγουν. Και εκεί πρέπει να φανείς δυνατός, γιατί κανείς δε θα σου σταθεί πραγματικά.. Όχι από κακία, ίσως απλά επειδή δε θα καταλάβει.. Και αυτοί που ξέρουν, που έζησαν, φοβούνται.. Δε μιλάνε και τρέχουν για να βρουν μια σκοτεινή γωνιά να κρυφτούν.. Έτσι και εσύ πρέπει να βρεις τη γωνιά σου και να περιμένεις να ξημερώσει. Κι ας μη ξημερώσει ποτέ...
Και όλα αυτά γιατί ξεγελάστηκες, γιατί πίστεψες.. Στις λέξεις, σε 'σένα, σ' αυτούς.. Και εκεί που είσαι θαμμένος στη σκιά μια φράση σκάει και βγαίνει από μέσα σου.. Και την ακούς καθαρά: "πόσο ψεύτικος έχει γίνει ο κόσμος εκεί έξω.." και αμέσως τα μάτια κλείνουν, οι αισθήσεις αδρανοποιούνται και ξεκινάς να μαζεύεις τα κομμάτια σου στο πιο ασφαλές μέρος που ξέρεις, στο Εγώ σου.. Και όταν καταλάβεις πως τα παραμύθια τελειώνουν, πως δεν υπάρχουν πρίγκιπες, ούτε πριγκίπισσες, είναι πλέον αργά..
Και μετά από όλα αυτά, μπορεί και ν' ακούσεις ένα συγγνώμη... Ίσως και να το δεχτείς, αλλά βαθιά μέσα σου ξέρεις, ότι σε καμία περίπτωση οκτώ γράμματα δεν αρκούν για να σβύσουν το παρελθόν.. Και με την πρώτη ευκαιρία θα το ξανακούσεις, αυτή τη φορά πιο ισχυρό, όμως και πάλι αδύναμο.. Αδύναμο να υποστηρίξει το βάρος της αξίας του. Και εσύ είσαι εκεί, έτοιμος να δώσεις, να ξεγελαστείς ξανά και έπειτα να κρυφτείς πάλι πίσω στις σκιές σου...
Έβγαλα το κάτι μου στο φως της μέρας σας, αλλά "ευτυχώς" κανείς δε μ' άκουσε, κανείς δε πίστεψε, κανείς δε κατάλαβε...
Πόσο λυπάμαι για τις λέξεις που έχασαν την αξία τους...
I just think one day I realized that wasn't for me anymore...
...I just wanted to find myself, find my own music...
The show is over, close the story book...
(So, this is for you... after all...)

Τη μέρα, είμαι τόσο ήρεμος... Βγαίνω έξω, χάνομαι μέσα τους και δε με ψάχνω πια.. Μέσα σε κάθε ήχο, μέσα στη βαβούρα του κόσμου, μακριά από κάθε σκέψη, από κάθε εικόνα σου. Μέσα στη θλίψη τους θάβω τη δική μου, με την ελπίδα να μην τη ξαναβρώ ποτέ. Τη μέρα, ξεχνάω ότι υπάρχεις όλο και περισσότερο σε κάθε βήμα μου και αδιαφορώ για κάθε τι που σε θυμίζει γύρω μου. Δε με νοιάζει ακόμη κι αν πάψεις πια ν' αναπνέεις.. Τη μέρα, μπλέκομαι μεσ' στα χρώματα της φύσης και σβήνει απ' το μυαλό μου εκείνο το βλέμα που σε κάθε του ευκαιρία είναι έτοιμο να με κατασπαράξει και να με κάνει κομμάτια μπροστά στην αγγελική σου ομορφιά.. Τη μέρα, κολυμπάω παρέα με τις πιο χαρούμενες νότες μιας μινόρε θάλασσας και κοιτάζω τα γαλάζια σύννεφα στον ουρανό καθώς βρέχει. Και ένα γαλήνιο αεράκι διώχνει μακριά μέχρι και την τελευταία υποψία της μυρωδιάς σου. Τη μέρα, στο παρελθόν πνίγεται η φωνή σου και νιώθω ασφαλής ξέροντας πως δεν υπάρχει τίποτα να με λυγίσει, να με πονέσει, τίποτα να τρομάξει όσο εσύ...
Όμως σαν έρθει η νύχτα... Όλα επιστρέφουν πίσω με απίστευτη ταχύτητα.. Τη νύχτα, είμαι αδύναμος πια να πολεμίσω. Και κάθε φορά φοβάμαι μήπως δεν αντέξω ως την ανατολή. Άοπλος και ανίκανος ν' αντισταθώ, παραδίνομαι στο μαύρο τ' ουρανού που περιμένει να με βυθίσει πάλι στο εγώ μου.. Και με πετροβολούν οι σκέψεις μόλις πέφτω στο κρεβάτι, μέχρι να δακρύσω... Τη νύχτα, σε θέλω δίπλα μου, γιατί δε μπορώ τη στιγμή που πρέπει να κλείσω τα μάτια.. Δε μπορώ την απόλυτη σιωπή που βασιλεύει στο κλουβί μου και το απείραχτο μαξιλάρι δίπλα μου.. Δε μπορώ να κοιτάζω απ' το παράθυρο και να βλέπω τα ζευγάρια να κρατιούνται χέρι χέρι χαμογελώντας ο ένας στον άλλο, ν' ακούω το βραδυνό αεράκι να καληνυχτίζει τα φύλλα στο δέντρο χαϊδεύοντάς τα, καθώς αυτά χορεύουν στο έλεος του. Τη νύχτα, τρέμω στη σκέψη πως μπορεί να κοιμάσαι στην αγκαλιά κάποιου άλλου, πως όταν ξυπνάς άλλος σε φιλάει για καλημέρα.. Και αντικρίζοντας την φωτογραφία απέναντι στον τοίχο βουλιάζω στο βάλτο των συναισθημάτων, εκεί όπου σε πρωτογνώρισα.. Τη νύχτα, τρέχω να σε βρω και να σου μιλήσω στα όνειρα, αλλά κ' εκεί αποτυγχάνω.. Και η απραξία στο πέρασμα του χρόνου μου τρώει την ψυχή μέρα με τη μέρα.. Και ξέρω ότι δε θ' αντέξω πολύ ακόμη μακριά σου. Και όλα αυτά τα ίσως, αν, αν δεν, θα, μου σιγοτραγουδούν κοροϊδεύοντάς με γιατί ξέρουν, πως... Τη νύχτα, σ' αγαπώ..
Υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν είναι θέμα λογικής, που απλά δεν μπορείς να τα καταλάβεις αν δεν τα νιώσεις...
Αν κάποια στιγμή μου 'λεγες ότι θα 'ρθει μια μέρα σαν κι αυτή, δε θα το πίστευα. Θα έκοβα το κεφάλι μου ότι κάποια πράγματα δεν γίνεται ν' αλλάξουν ό,τι κι αν γίνει. Έκανα λάθος.. Και ξέρεις γιατί? Γιατί εμπιστεύτηκα κάποιους ανθρώπους, κάποιες καταστάσεις σε τέτοιο σημείο που αυτό, το είχα βγάλει απ' το μυαλό μου. Και νά που έγινε. Τελικά, κατάλαβα πως όλα μπορούν να συμβούν, όλα...
Και μη μου πεις πως με καταλαβαίνεις, πως με πιστεύεις, γιατί δε μπορείς. Όση καλή θέληση κι αν έχεις, όση διάθεση, απλά δε μπορείς. Και να σου πω ένα μυστικό? Τίποτα πλέον δε μπορεί να γίνει όπως ήταν.. Μη ξεγελιέσαι απ' το περιτύλιγμα, αυτό είναι για τους τρίτους, γι' αυτούς που δεν ξέρουν, που δε βλέπουν πίσω απ' τις σκιές. Όταν ένα τραπουλόχαρτο το στραβώσεις, ό,τι κι αν κάνεις δε μπορείς να το επιστρέψεις στην τέλεια αρχική του μορφή. Είναι πλέον σημαδεμένο και ταυτόχρονα καταστρέφει και όλη την τράπουλα.. Το μόνο που ίσως μπορείς να κάνεις είναι να βολευτείς με μια παρόμοια κατάσταση, όμως ξέρεις και 'συ, και αυτός και όλοι τους καλά πως δεν είναι το ίδιο.. Γι' αυτό και (ξ)έφυγα.. Και πίστεψέ με, δε γύρισα. Δεν είναι αυτό που βλέπεις, δεν είμαι αυτός που ήμουν.. Και στο ξαναλέω, μη συγκρίνεις γιατί θα μπερδευτείς. Θα δεις πράγματα να συμβαίνουν για πρώτη φορά, που δεν τα περίμενες από 'μένα. Και λογικό είναι πλέον.. Όλα μπορούν να συμβούν, όλα...
Γι' αυτό σου λέω, μη μου ζητάς εξηγήσεις. Δεν έχω τίποτα να σου πω για κάτι που δεν έγινε, που δεν έκανα.. Δεν είναι ότι σε μισώ. Όχι, αυτό δε θα μπορούσα να το νιώσω.. Δε θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να νιώσω έτσι για κάποιον που μόλις γνώρισα...
(Για αυτούς που διαβάζουν στα κρυφά... Ξέρεις εσύ.)
01.01.2010
Ώρα 04:33
Περπατούσε για ώρες μεσ' στο χιόνι με το κεφάλι σκυφτό. Δεν κοίταξε πίσω της, αλλά ούτε και μπροστά της. Δεν την ένοιαζε. Όχι πια.. Δεν νοιαζόταν καν αν κρύωναν τα ξυπόλυτα πόδια της, η αν δεν ξημέρωνε ποτέ πια ξανά στην μαύρη και ήσυχη πόλη της. Δεξιά της, μαρμαρόπλακες η μια δίπλα στην άλλη σαν περιποιημένοι τάφοι και από πίσω τους μικροί ξεραμένοι θάμνοι, βιασμένοι απ' τον καιρό και τα χρόνια. Αριστερά της υπήρχαν μόνο παγκάκια κάθε τριάντα μέτρα περίπου. Όλα βαμμένα στ' άσπρα. Το άσπρο της σιωπής, το άσπρο της μοναξιάς.. Κι εκείνη περπατούσε ίσια, όπου την έβγαζε ο δρόμος, κοιτώντας συνεχώς την ανύπαρκτη σκιά της... Κάπου στο βάθος ακούστηκε ένας κρότος και κάτι γέλια. Λίγο πιο πέρα, ομιλίες και τσουγκρίσματα από ένα καλοστολισμένο σπίτι έπνιγαν την ηρεμία του δρόμου. Και η φασαρία τους όλο και δυνάμωνε. Μα αυτή δε νοιάστηκε. Τουλάχιστον αυτό ήθελε να δείξει.. Και προσπέρασε το σπίτι σε μια απελπιστική προσπάθεια να χαμογελάσει...
Κάπου σε κάποιο μέρος ίσως κάποιος ν' ανησυχούσε για το που βρισκόταν. Ίσως και όχι. Όπως και να 'χε ήταν πλέον αργά. Ούτε αυτή ήξερε που βρισκόταν. Είχε ήδη αρχίσει να ξημερώνει και τα φώτα στο βάθος σιγά σιγά έσβηναν. Τότε σταμάτησε για λίγο να κάνει παρέα σ' έναν ακέφαλο χιονάνθρωπο, του οποίου το πρόσωπο είχε κομμάτιαστει στο παγωμένο έδαφος. Και εκεί ακριβώς την είδα. Ήταν ένα κορίτσι γύρω στα έντεκα, ολομόναχο και εξουθενωμένο..
Έσκυψε και μάζεψε ένα μισοσπασμένο καρότο και όλες τις ελιές που κάποτε ήταν στόμα και μάτια. Πόσες μέρες είχε να φάει, σκέφτηκα. Έβαλε προσεκτικά με τα μικροσκοπικά χεράκια της τα (ας πούμε) φαγώσιμα στην τσέπη της και αφού φώρεσε το καπέλο και το κασκόλ του συνέχισε το δρόμο της.. Εγώ την ακολούθησα από περιέργεια, ίσως και λίγο θλίψη που ένιωσα στιγμιαία.. Μετά από λίγο μάλλον το κατάλαβε, αλλά δεν γύρισε ούτε καν να με κοιτάξει. Εγώ δεν καταλάβαινα και πολλά, γιατί νωρίτερα ήμουν με κάτι φίλους γιορτάζοντας το νέο έτος και είχαμε πιεί λιγάκι.. Ένιωσα ότι περπατούσαμε ώρες, μέρες, σ' ένα ατέλειωτο μονοπάτι, αλλά κάτι μέσα μου μου έλεγε να συνεχίσω. Σαν να έπρεπε. Σαν να την ήξερα.. Όμως φοβόμουν να της μιλήσω, να τη ρωτήσω.
Ξαφνικά ένας περίεργος θόρυβος ακούστηκε και μου τράβηξε την προσοχή.. Γύρισα για λίγο το κεφάλι μου και αυτό ήταν αρκετό για να τη χάσω απ' τα μάτια μου... Χωρίς να σκεφτώ τίποτα έτρεξα. Κοιτούσα τα στενά ένα ένα αριστερά και δεξιά μήπως και τη βρω. Άδικα όμως.. Και πάνω που είχα αρχίσει να χάνω τις ελπίδες μου, μέσα σ' ένα στενό-αδιέξοδο, τη βρήκα. Στο περίπου... Ένας πρόχειρα φτιαγμένος μικρός χιονάνθρωπος μαζί με όλες τις ελιές, το καρότο, το κασκόλ και το καπέλο, μου χαμογελούσε. Και μπροστά του ένα μικρό χαρτάκι που έγραφε:
"Σταμάτα να μ' ακολουθείς. Ζήσε τη ζωή σου, βρες το δικό σου μονοπάτι! Σ' ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σου, αλλά ως εδώ ήταν.. Καλή χρονιά."
Και αυτή ήταν ξαπλωμένη δίπλα του τόσο γαλήνια, σαν να κοιμόταν πάνω σε βασιλικό στρώμα. Το στρώμα στο οποίο έκλεισε για τελευταία φορά τα μάτια της...
Αρμονία, Γαλήνη, Ηρεμία... Φόβος, Άγχος, Σιωπή...
Ένας απόκοσμος ήχος ακούστηκε, λες και ταξίδευε μήνες μέχρι να φτάσει στ' αυτιά μου. Ξαφνικά ταράχτηκε η ησυχία μου κι άνοιξα απότομα τα μάτια μου. Τινάχτηκα πάνω σαν να είχα ξυπνήσει από εφιάλτη και θα ορκιζόμουν πως έτσι ήταν, γιατί το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι ότι είχα ξαπλώσει στο κρεβάτι μου. Όμως τώρα δεν ήμουν εκεί.. Ήμουν πάνω σ' ένα σύννεφο που έβρεχε αστέρια από ύψος περίπου δεκαπέντε μέτρων. Πολύχρωμα, μικρά αστέρια που έπεφταν σιγά σιγά, μέχρι που βυθίζονταν μέσα στο λιβάδι που βρισκόταν από κάτω μας. Ένα λιβάδι που έφτανε μέχρι εκεί που μπορούσε να δει το ανθρώπινο μάτι.. Τριγύρω έβλεπες παντού μαύρες ξύλινες κολόνες διασκορπισμένες από 'δω και από 'κει χωρίς ιδιαίτερο λόγο ύπαρξης. Και στο βάθος κάτι κοκαλιάρικα δέντρα που περίμεναν το τέλος τους..
Και μου ήταν όλα τόσο άγνωστα.. Μα που είχαν πάει όλοι?.. Και ξανά ο ίδιος ήχος..
Ξαφνικά σκοτείνιασε και θώλωσαν τα πάντα. Και η αστεροβροχή σταμάτησε..
Ήταν λες και τους κοίταζα μέσα από γκρίζα τζάμια μεσ' στην ομιχλώδης νύχτα.. Αλλά τους έβλεπα. Ήμουν σίγουρος. Ήταν πέντε και όλοι γνωστοί. Ντυμένοι στ' άσπρα και φορώντας μάσκες απορίας πετούσαν γύρω μου.. Βέβαια, σε πιο χαμηλό ύψος, αλλά πολύ πάνω απ' το έδαφος.. Δε μιλούσαν, ούτε ξέρω αν μ' έβλεπαν. Άδικα προσπαθούσα να φωνάξω, δεν έβγαινε ούτε λέξη απ' το στόμα μου... Μετά πήδηξα κάτω αγνοώντας το ύψος σκεπτόμενος πως το χειρότερο που θα μπορούσε να μου συμβεί ήταν να πεθάνω, αλλά ακόμη κι αυτό θα ήταν καλύτερο απ' το να βρίσκομαι εκεί..
Τελικά δεν πέθανα. Με το που άγγιξα τη γη εμφανίστηκα στο δωμάτιο μου, στο κρεβάτι μου.. Κ' έμοιαζαν όλα εντάξει. Αμέσως βγήκα στο μπαλκόνι και είδα ότι όντως, όλα ήταν φυσιολογικά. Ηρέμησα προς στιγμήν όταν ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο.. Μιας και δεν ήταν κανείς στο σπίτι πήγα μέσα να το σηκώσω, αν και ένιωθα ότι δεν έπρεπε..
Α: Παρακαλώ?
?: Ξέρετε, τηλεφωνούμε από...
Α: Αλήθεια? Πότε?..
................................
Είπαν πως ήταν δυστύχημα, αλλά ακόμη κανείς δεν είναι σίγουρος. Άφησα το ακουστικό να γλιστρήσει από το χέρι μου. Πλέον και οι πέντε πετούσαν προς το μοβ μου συννεφάκι... Ένα δάκρυ ίσως και να κύλησε...