*Στη Luna, σαν μικρό ευχαριστώ.
Ήμουν με τη μεγαλύτερη αδερφή μου. Όχι πολύ, 3 χρόνια, αλλά αρκετά για να μου τη λέει και να μου υπενθυμίζει πως έχω πολλά ακόμη να μάθω... Εγώ μόλις που είχα κλείσει τα 26. Πηγαίναμε στο κέντρο της πόλης για κάτι δουλειές. Και τότε, κάπου στο δρόμο, συνάντησα εκείνον (ο γνωστός -Χ-). Ένας φίλος απ' το σχολείο που είχε τύχει να είμαστε μαζί και στο στρατό. Κάναμε καλή παρέα, απ' το δημοτικό ακόμη να φανταστείς. Κ... και βρακί που λένε. Οι συνθήκες όμως αργότερα χώρισαν τους δρόμους μας. Εγώ δεν το γνώρισα στην αρχή, εκείνος όμως μόλις με είδε έσκασε ένα πλατύ χαμόγελο κ' έτρεξε να μ' αγκαλιάσει.
...............................
Μετά από λίγο η αδερφή μου, περίεργη όπως πάντα, τον ρώτησε από που με γνώριζε. Τον είχε γνωρίσει βέβαια και η ίδια στο παρελθόν (ερχόταν συχνά στο σπίτι), αλλά δεν τον θυμόταν. Και τότε άκουσα τις 2 πιο γελείες φράσεις που έχω ακούσει, η τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε. Της λέει: "Τον αδερφό σου τον ξέρω από τόσο δα μικρό". Και μετά απευθυνόμενος σε μένα είπε: "Καλά, εσύ δεν άλλαξες καθόλου!".
Μου 'χε φανεί τότε τόσο αστείο.. Αμέσως ήρθαν στο μυαλό μου 100.066 σκέψεις για τα παιδικά μας χρόνια. Πως ήμουν, πως είμασταν, πως άλλαξαν τα πράγματα, πως έγινα... Προσπάθησα γρήγορα, χωρίς αποτέλεσμα, να θυμηθώ ποιον απ' όλους τους εαυτούς μου του είχα γνωρίσει, ποια μάσκα του είχα δώσει να μου φυλάει. Σκέφτηκα πως ήταν ο -Χ- μήπως και αυτό βοηθήσει, αλλά ούτε αυτό κατάφερα. Ξεκίνησα να μετράω τα ψέματα που του 'χα πει μήπως και βρω τι ήξερε για μένα, αλλά κάποια στιγμή έχασα το λογαριασμό. Θυμήθηκα κάποια πράγματα που ήξερα για τον τότε εαυτό μου, αλλά δεν μου 'φτασαν για να συναρμολογήσω μια εικόνα. Με κοίταξα στον καθρέφτη του μυαλού μου, μήπως και καταλάβω τίποτα, αλλά το μόνο που είδα ήταν 1.000.066 πρόσωπα περίπου να περιστρέφονται. Πως να με θυμόταν άραγε ο -Χ-?
Άδικος κόπος σκέφτηκα. Εδώ δεν ξέρω ποιος ήμουν χθες, πως να θυμηθώ πριν χρόνια? Ίσως ούτε αύριο να ξέρω ποιος ήμουν χθες, δηλαδή σήμερα... "Τα πάντα ρει" είπε κάποτε ο Ηράκλητος (κάτι πρέπει να ήξερε κι αυτός). Εγώ λοιπόν, πως μπορώ να μένω στάσιμος? Παίρνω κάθε φορά τη "μορφή" που θέλω δουν οι γύρω μου, ανάλογα βέβαια και με το πόσο αλλάζουν και αυτοί. Η αλήθεια μου κρύβεται μέσα τους, μέσα στο σύνολό τους. Και ο καθένας τους, ένα κομμάτι από παζλ, από ένα παζλ που σχεδόν κάθε μέρα δημιουργούνται καινούρια κομμάτια. Και εγώ? Εγώ κρατάω απλά το κουτί, έτσι για να βλέπω το περιτύλιγμά μου και να γελάω μ' αυτούς που μόλις το βλέπουν λένε: "Αυτός είναι" με δυνατή και σταθερή φωνή σαν να 'ναι απόλυτα σίγουροι...
Ε όχι, δεν είμαι αυτός...
Χαμογέλασα, κοίταξα για λίγο τον ουρανό, μετά τον -Χ- και κούνησα το κεφάλι καταφατηκά, σαν να συμφωνούσα μαζί του. Τι ειρωνικό σκηνικό! Τελικά είχε δίκιο η αδεφρή μου, είχα πολλά να μάθω. Γι' αυτούς, για τον κόσκο, για μένα...
Ναι, σου είπα ψέματα. Ε και? Και 'συ δε μου 'χεις πει?... Γιατί δεν είναι το ίδιο? Ο καθένας μας κοιτάει πάντα το συμφέρον του, αυτή ήταν η συμφωνία μας απ' την αρχή. Αυτό γίνεται με όλους.. Η μήπως κάνω λάθος? Θα σου περάσει με τον καιρό, όπως μου πέρασε και 'μένα. "Aika multaa muistot" όπως θα 'λεγε κι ένας φίλος. "Ο χρόνος θάβει τις αναμνήσεις", στη γλώσσα σου. Όχι μη μου κρατάς κακία. Ξέρω είναι δύσκολο, αλλά δεν το ήθελα. Δηλαδή δεν το είχα σχεδιάσει απ' την αρχή εννοώ. Ίσως λίγο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να καταλήξει έτσι.. Και ίσως έτσι να είναι καλύτερα και για τους δυο μας.. Συγνώμη, αλλά ξέρεις πως είναι αυτά. Όταν έρθει εκείνη η καταραμένη στιγμή που κινδυνεύει το τομάρι σου θα κάνεις τα πάντα για να γλιτώσεις. Για να κερδίσεις κάτι, να τη βγάλεις με καθαρό κέρδος, για να έχεις τη δύναμη, για σένα. Ίσως πάλι απλά να μη μπορείς να είσαι εσύ. Και άντε στο διάολο όλα. Έτσι απλά. Τι θες τώρα, εξηγήσεις? Γιατί, για να δικαιολογηθώ? Δε θέλω, κουράστηκα.. Μήπως και 'συ αυτό δε θα 'κανες στην τελική? Και δε σε κατηγορώ, λογικό είναι. Κοινός άνθρωπος δεν είσαι?
Και όλοι αυτοί που είναι γύρω σου? Που πιστεύουν σε σένα? Που "σ' αγαπάνε"?... Και τη μας νοιάζει? Εγώ βολεύτηκα τώρα και δε γυρίζω πίσω για κανέναν. Τώρα θα μου πεις, πάντα αυτό δεν έκανες?. Καιρός λοιπόν να το κάνεις και 'συ. Να σταθείς στα πόδια σου. Μόνο στα δικά σου. Χωρίς να έχεις ανάγκη από κανέναν τους. Και αν έχω δίκιο και μετά από καιρό θες να μ' ευχαριστήσεις εκεί θα 'μαι... Αν πάλι έχω άδικο κοίτα να τα βολέψεις με το δικό σου τρόπο. Γιατί αλλιώς μπορεί να χρειαστεί μια μέρα κάποιος να πατήσει πάνω απ' το πτώμα σου, ή να σου ρίξει λίγα ξερά τριαντάφυλλα πάνω σε κάνα ψευτομάρμαρο, και να 'σαι σίγουρος, εκεί θα 'μαι... Και μη νομίζεις ότι εσύ ήσουν καλύτερος. Τουλάχιστον εγώ σε είχα προειδοποιήσει για το τι είμαστε. Για το τι είμαι. Με τον τρόπο μου, αλλά το 'κανα. Ξέρω θα μου πεις, πάντα αυτό δεν έκανες?. Ναι, θέλω να 'μαι τυπικός σ' αυτά. Έτσι είναι οι σωστοί επαγγελματίες, οι σωστοί συνεργάτες, οι σωστοί φίλοι. Σωστά?... Και λίγα σου 'κανα. Αλλά δεν ξεχνάω.. Απλά θέλω ν' αφήσω και κάτι για το μέλλον. Ίσως να μου χρειαστεί, να μην έχω μια αφορμή να σταθώ? Έτσι μπας και τα ξαναπούμε. Αλλά φτάνει, πολλά είπαμε/είπα και ίσως χωρίς λόγο. Ίσως να μην καταλάβεις ούτε τώρα, αλλά δεν πειράζει. Κοινός άνθρωπος δεν είσαι?
Μην προσπαθείς να με μάθεις με το ζόρι, γιατί πολύ απλά ούτε εγώ δε με ξέρω... Τι νομίζεις επειδή "τα λέγαμε" τόσο καιρό με ήξερες? Η τώρα που στα λέω αυτά μ' έμαθες? Το μόνο που θα καταφέρεις είναι να γνωρίσεις μία μάσκα ακόμη. Αλλά μόλις την αλλάξω είσαι πάλι στο μηδέν. Όπως και 'γω. Αλλά εγώ δεν κοιτάζω πίσω, πηγαίνω μόνο μπροστά. Σταθερά βήματα μέχρι το τελευταίο μου... Γιατί, θα 'ρθει κι αυτό κάποια στιγμή. Κοινός άνθρωπος δεν είμαι?
Ευτυχώς που είσαι και 'συ εδώ... Τι θα 'κανα χωρίς εσένα? Μα πως βρέθηκες εδώ τόσο γρήγορα? Πρέπει να ήθελες πολύ να 'ρθεις. Και 'γω ήθελα να 'ρθεις. Να σου πω την αλήθεια ούτε 'γω ξέρω πως βρέθηκα σ' αυτό το μέρος. Ξύπνησα μέσ' στον ύπνο μου και κατευθείαν εμφανίστηκα εδώ. Έτσι απλά, όπως γίνεται κάθε φορά. Όπως μ' αυτά που αρχίζουν η που τελειώνουν. Έτσι απλά. Μ' αρέσει όμως εδώ! Είναι σχεδόν όλα όπως τα θέλω. Παντού γρασίδι φρεσκοκουρεμένο, σε ανοιχτό γκρι χρώμα και καταπράσινα κτίρια σκόρπια χτισμένα από 'δω κ' από 'κει. Και όχι πολύ ψηλά για να μπορείς να δεις στο βάθος... Όμως μόνο μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι σου, όχι παραπέρα. Ε, πάλι καλά να λες. Δε βλέπω όμως καθόλου δρόμους. Είναι σαν ένα τεράστιο λιβάδι. Καλύτερα όμως, με κουράζουν τα αυτοκίνητα. Και ο ήλιος λάμπει εκεί ψηλά! Κ' ένα περίεργο πράγμα, όταν δε θέλω ήλιο, αμέσως συννεφιάζει.. Τι περίεργο μέρος!? Μα που πήγαν όλοι? Βλέπεις εσύ κανέναν? Τι με νοιάζει, έτσι κι αλλιώς σήμερα ήθελα πάρα πολύ την ησυχία μου, μακριά απ' όλους και τη βουβή τους φασαρία. Μια άλλη φορά που είχα έρθει θυμάμαι, ήθελα να δω πολύ κόσμο. Και ήμουν τόσο τυχερός που βρέθηκαν εδώ μαζεμένοι πιο πολύ και απ' όσους περίμενα, λες και βρισκόμασταν σε κεντρική πλατεία μεγάλης πρωτεύουσας. Βέβαια, μου ήταν όλοι άγνωστοι, η μάλλον χειρότερα, ήταν όλοι απλώς γνωστοί, αλλά βρήκα παρέα όταν χάθηκα μέσ' στον κόσμο κ' έτσι δεν ένιωθα μόνος μου. Αλλά σήμερα δε θ' άντεχα τη βαβούρα. Ήθελα μόνο κάνα φίλο, έτσι να πούμε δυο κουβέντες να περάσει η ώρα. Και εσύ ήρθες την πιο κατάλληλη στιγμή. Σ' ευχαριστώ...
Μα τι βλέπω? Έρχεται ένας ακόμη προς τα εδώ που σου μοιάζει. Κι άλλος! Κι άλλος! Κι άλλος! Όλοι ίδιοι απ' την κορυφή ως τα νύχια. Ωραία, τώρα θα γίνουμε μεγάλη παρέα. Και θα 'χω πολλούς φίλους... Λοιπόν παιδιά καθίστε μαζί μας έχω πολλές ιστορίες να σας πω! Θα περάσουμε και όλο το απόγευμα μαζί αν θέλετε. Τι λέτε?
Πολύ όμορφο αυτό το μέρος τελικά. Τι ωραία πόλη! Χτισμένη στα μέτρα μου...
Μου τηλεφώνησες, με θυμήθηκες... Με θυμήθηκες? Μετά από τόσο καιρό ξέθαψες τις όμορφες αναμνήσεις μας, που μεσ' στο κεφάλι μου είχαν πεθάνει τόσο ήσυχα. Και η απόσταση το είχε κάνει να φαίνεται ακόμη πιο ωραίο. Σου είχα πει να μην ξανάρθεις, δεν μ' άκουσες... Δεν θα μπορέσω να το ξαναπεράσω πάλι αυτό... Και τώρα τι κατάλαβες? Πάλι απ' την αρχή. Πάλι με περικύκλωσε ένα χάος από αιμοβόρα συναισθήματα, που δεν χαρίζουν ούτε δευτερόλεπτο και είναι εκεί για να σε κατασπαράξουν μόλις νιώσεις λίγο αδύναμος. Και μια ερώτηση να μου χτυπάει την πόρτα. Γιατί? Αφού το ξέρεις, δεν θέλω να 'ρθεις, γιατί δεν αντέχω όταν φεύγεις. Και δεν μπορείς να της ξεφύγεις. Αυτή η άτιμη στιγμή έρχεται κάθε φορά. Κάθε φορά πριν σε χορτάσω αρκετά... Και να 'μαστε ξανά. Σήμερα εδώ και αύριο εκεί. Και πόσο γρήγορα ήρθε αυτό το αύριο. Τώρα απλά περιμένω, γιατί γεύτηκα και μου άρεσε το γλυκό... Θα ξανάρθεις? Έλα σε παρακαλώ! Έτσι σκατά που τα 'κανα το μόνο που μου μένει είναι να περιμένω. Και θα το κάνω, αλλά έλα πίσω γρήγορα και μετά ξαναέλα και μετά πάλι και ξανά και ξανά...
Μια μέρα θα σε ξανασυναντήσω. Θα σε πετύχω τυχαία σε μια πλατεία μιας, όχι και τόσο μεγάλης, ευρωπαϊκής πόλης. Θα έχω έρθει εκεί για δουλειά, ίσως για διακοπές, αλλά μόνος μου. Και 'συ, καλοντυμένη και περιποιημένη, θα τρέχεις στους δρόμους έχοντας αργήσει για τη δουλειά λίγα λεπτά. Και θα 'ναι φθινόπωρο, αλλά ο ήλιος θα λάμπει πίσω από κάτι λίγα, ξεχασμένα σύννεφα δίνοντας μια ζεστή, γλυκιά απόχρωση στον ουρανό της μέρας εκείνης. Τρίτη, ίσως Τετάρτη απόγευμα θα 'ναι και ο κόσμος, αποπνικτικός, θα πηγαίνει πάνω, κάτω, μπρος, πίσω, σ' αυτή τη, μάλλον Ιταλική πλατεία, μη πολύ ξέροντας τι ακριβώς ψάχνει. Και κάπου εκεί μέσ' στη βαβούρα των παπουτσιών τους θα συναντηθούμε. Και αμέσως θα σ' αναγνωρίσω, αν και θα 'χεις αλλάξει πολύ από "τότε" όπως και 'γω. Και θα σε χαιρετήσω μ' ένα χαμόγελο, ενώ εσύ θα μου το ανταποδώσεις με μια ματιά απορίας, αρχικά. Μετά όμως από μερικά δευτερόλεπτα που θα μ' αναγνωρίσεις, ο χρόνος ξαφνικά θα παγώσει. Ίσως και να κυλήσει ένα δάκρυ χαράς απ' τα μάτια σου. Η τσάντα απ' το χέρι σου θα πέσει ασυναίσθητα και 'γω, μη μπορώντας να πάρω το βλέμμα μου απ' τα μάτια σου, θα κάνω επιφυλακτικά ένα βήμα μπροστά. Και τότε, θα ακουστεί η φωνή σου μέσα απ' αυτά τα τόσο γλυκά, λεπτά χείλη. Αυτή η φωνή που με τίποτα δε μπορώ να ξεχάσω. Και η μόνη φράση που θα βγει απ' το στόμα σου: "I missed you so much" (μιας και δεν ξέρεις καλά ελληνικά)... "I missed you too" θ' απαντήσω με σιγανή φωνή και αμέσως θα μ' αγκαλιάσεις σαν να 'ναι η τελευταία φορά...
Ω ναι, σίγουρα έτσι θα γίνει...
Και τώρα θα ήθελα να ευχαριστήσω όλα αυτά που μέχρι τώρα δεν πρόλαβα... (Αν και νομίζω ότι αυτή η ανάρτηση έπρεπε να ήταν η πρώτη). Αφιερωμένο λοιπόν αυτό:
στους φίλους μου (όσοι είναι και όποιοι είναι, αν είναι...),
στον πατέρα μου γι' αυτά που έκανε/δεν έκανε για μένα,
στον κ. Αποτέτοιο που μου κόλλησε αυτό τον ιό που λέγεται: Blogs,
στους συν-bloggers,
σ' εκείνους που σχολιάζουν ως "ανώνυμοι",
σ' αυτούς που φεύγουν ως "ανώνυμοι",
σ' αυτούς που "έφυγαν" χωρίς πόδια,
σ' αυτούς που μου μάθανε πως να τους αντιμετωπίζω,
σ' αυτούς που μου στάθηκαν κι ας μην το άξιζα (κι ας μην το ήξεραν...),
σ' ένα "φίλο", παλιό, που μ' έμαθε τι θα πει "φιλία" (στις πράξεις...),
στους άλλους δύο μου εαυτούς,
σ' αυτά που άφησα πίσω και δεν γύρισα να κοιτάξω,
στα δάκρυα που ποτέ δεν κύλησαν και πνίγηκαν μέσα μου,
στις συζητήσεις που έμειναν στη μέση με την ελπίδα να συνεχιστούν (κά)ποτε,
στις υποσχέσεις που ξεχάστηκαν,
στους κανόνες που παραβιάστηκαν (και ελάχιστοι το πήραν χαμπάρι),
σ' όλα τα μαύρα ρούχα της ντουλάπας μου (δηλαδή όλα),
στις μέρες και ώρες που δεν περνούν με τίποτα,
στις άυπνες νύχτες μας,
στη βροχή και τον αέρα,
σ' αυτούς που τους πήρε ο ύπνος στο λεωφορείο κι έφτασαν στο τέρμα,
στις παρέες που βγαίνουν για καφέ και δε λέν' κουβέντα (αλλά περνούν καλά),
σ' αυτούς που αποκοιμήθηκαν στον καναπέ περιμένοντας κάτι,
στα βιβλία που άφησες στη μέση και δεν έμαθες ποτέ το τέλος,
στο φεγγάρι (ίσως λίγο και τ' άστρα),
σ' εκείνους που ονειρεύονται,
στους "κολλημένους" μ' αυτό που αγαπάνε,
στις ευχές που ποτέ δεν πιάσανε,
στις χαρές που κάποια στιγμή καταλήγουν σε λύπη,
στα "ευχαριστώ" που δεν τα εννοούμε,
στις καλημέρες που ξεκινούν στραβά,
στα όνειρα/εφιάλτες που μας κυνηγούν και τη μέρα,
στα ποτά και τα μπουκάλια που 'μείναν μισοάδεια στο τραπέζι (γιατί κάποιος βιαζόταν...),
στα τσιγάρα που ίσως κάποτε αρχίσω να κάνω,
στα μικρά πράγματα που έστω και για λίγο σου φτιάχνουν τη διάθεση,
στην άπειρη τύχη μου,
σ' ό,τι νομίζουμε ότι τρώμε, αλλά μας τρώει,
σ' ό,τι δεν χόρτασες ποτέ αρκετά,
σ' όλα αυτά που δεν πρόλαβες καν να δοκιμάσεις,
στους μικρούς μου φίλους (τα ζώα) που φύγαν πριν από 'μένα,
στις στιγμές που δε θέλεις να μιλήσεις σε κανένα,
στις στιγμές που πρέπει να γελάς κι όμως πίσω απ' τη μάσκα κλαις,
στις φράσεις που ειπώθηκαν τις λάθος στιγμές,
σ' αυτούς που πληγώνονται εύκολα,
σ' αυτούς που δεν καταλαβαίνουν Χριστό ("δυνατές ψυχές"),
σ' εκείνους που κοιμούνται μόνοι σε διπλό κρεβάτι,
στα μεγάλα αντίο,
σ' αυτούς που το έχασαν για λίγα δευτερόλεπτα (ίσως λεπτά),
στις εκδρομές που ακυρώθηκαν,
στις απότομες αλλαγές και τις νέες αρχές,
στη μουσική και τη μπάντα μου (που ακόμη δεν έχω),
στα τραγούδια που γράφτηκαν για κάποιους που δεν τ' άκουσαν,
στα ποιήματα που χάθηκαν στα ράφια,
στα "συγνώμη" που δεν κατάφερες να πεις,
στη ματιά του/της που τα λέει όλα,
σ' αυτούς που θυμούνται την αρχή,
στα μονοπάτια χωρίς τέλος (αν υπάρχουν),
σ' ό,τι πέθανε στα "γκρι",
στις αναπάντητες ερωτήσεις μας,
στα τηλεφωνήματα που δεν πρόλαβες να σηκώσεις και δεν έμαθες ποτέ ποιος ήταν,
στα πράγματα που χάθηκαν μέσ' στο σπίτι αλλά δε τα βρήκε κανείς,
σε κάτι που αγαπούσα κι "έσπασε",
σ' αυτούς που δεν κατάλαβα ότι μ' αγαπούσαν,
σ' αυτά που πάλιωσαν αλλά δε θες να τα πετάξεις,
σ' αυτούς που "ξέχασαν" κάτι μέσα σου και δε γύρισαν ποτέ για να το πάρουν,
στα μισοτελειωμένα μηνύματα που δε στάλθηκαν ποτέ,
στις αποφάσεις που δεν πήρες,
στα "ναι" που εννοούσες "όχι" (κι αντίστροφα),
σ' αυτούς που είπες "τα λέμε" και δεν τους ξαναείδες ποτέ,
σ' όλα τα απραγματοποίητα "θα/δε θα",
στις, όπως και να 'χει, όμορφες στιγμές μας,
σ' ό,τι άλλο ξέχασα να θυμηθώ,
στο χθες του αύριο,
στο αύριο του χθες,
στο τώρα
και τώρα, και τώρα, και λίγο μετά, και μέχρι...
6922923866... (Ντρρρρρρρρρρρρρρίν, ντρρρρρρρ...)
Α: Παρακαλώ?
Β: ...19...
Α: Πως είπατε?
Β: ...21...
Α: Ορίστε?
Β: ...24...
Α: Ε, συγνώμη δεν ακούγεστε καθαρά.
.............................................................................
Β: ...25... Τώρα καλύτερα?
Α: Ναι, πολύ καλύτερα. Με ποιον ομιλώ παρακαλώ?
Β: Ονομάζομαι "Νέος" και είμαι ...27...
Α: Τι εννοείτε 27?
Β: Δεν είπα 27. Είμαι ...30... χρονών. Μα που ήσασταν επιτέλους? 19 χρόνια περίμενα να σηκώσετε το τηλέφωνο...
Α: Συγνώμη, αλλά δε σας καταλαβαίνω. Πριν λίγο χτύπησε.
Β: Ίσως. Ίσως κι όχι. ...33...
Α: Μα τι ακριβώς λέτε?
Β: Θα ήθελα να σας πω την ιστορία της ζωής μου... Αν προλάβω. ...34...
Α: Να με συμπαθάτε, μα ακόμη δε σας καταλαβαίνω. Πείτε μου όμως, αν μπορώ να βοηθήσω σε κάτι θα το κάνω.
Β: Ευχαριστώ. ...36... Εγώ που λέτε είχα όνειρα. Πολλά όνειρα. ...37... Αλλά δυστυχώς όσο άρχισα να μεγαλώνω όλο και λιγόστευαν. ...39...
Α: Αλήθεια? Κρίμα. Και 'γώ έχω όνειρα!
Β: Αυτό είναι ωραίο. Πόσο είστε αν επιτρέπεται?
Α: Εγώ? Ε, 19.
Β: Έχετε χρόνο ακόμη... Εμένα πλέον μου 'χει μείνει μόνο ένα. ...42... Έχω κάνει και οικογένεια. ...43... Και ένα παιδί. Αγόρι.
Α: Πολύ χαίρομαι! Και ποιο είναι το όνειρο σας?
Β: ...47... Πολύ αργά για όνειρα. Έχω ξεχάσει πλέον πως είναι να ονειρεύεσαι.
Α: Μα πριν λίγο δεν είπατε πως έχετε ένα όνειρο? Και γιατί λέτε συνέχεια αριθμούς?
Β: Μμμ... Τώρα θυμάμαι... Κάποτε ήθελα ν' ασχοληθώ με τη μουσική, με το πιάνο. ...49... Πολύ παλιά.
Α: Και γιατί το αφήσατε?
Β: Υποχρεώσεις και προβλήματα... Οικονομικά κυρίως, αλλά και ψυχολογικά μερικές φορές... Η ζωή βλέπετε, δε χαρίζει πίσω λάθη κι απροσεξίες. Κι ο χρόνος είναι πολύ λίγος για να σκεφτείς καλά την κάθε σου κίνηση. ...49...
Α: Έχετε κάποιο δίκιο οφείλω να πω.
Β: Μετά άρχισα ν' ασχολούμαι και μ' άλλα. Μεγάλο λάθος. ...52... Όταν έχεις ένα στόχο, για κάτι π' αγαπάς, πρέπει να τον ακολουθείς όσα κι αν σου κοστίσει. Αλλιώς θ' αποτύχεις ή θα ασπαστείς τη μετριότητα. Και έτσι γίνεται συνήθως μέχρι που οι συμβιβασμοί σε πνίγουν, αλλά είναι πλέον πολύ αργά για να κάνεις κάτι. ...55...
Α: Ίσως και να 'χετε δίκιο...
Β: Αλλά ποιος νοιάζεται? Ακόμη και οι πιο δικοί σου άνθρωποι αρχίζουν ν' απομακρύνονται και να κρύβονται πίσω απ' τη ρουτίνα και τους κανόνες που τους έχουν ορίσει άλλοι. ...58... Και μένεις μόνος, αβοήθητος. Και όλων οι απαντήσεις είναι: "δεν ξέρω, δεν μπορώ να βοηθήσω". ...60...
Α: Συγνώμη, αλλά σ' αυτό νομίζω ότι ούτε 'γώ μπορώ να σας βοηθήσω.
Β: Το ξέρω. Δεν πειράζει. Έτσι κι αλλιώς έχω πλέον αργήσει.. ...63...
Α: Πρέπει να φύγετε? Έχετε κάποια δουλειά?
Β: Ναι, πρέπει να τρέξω, να προλάβω, να πληρώσω, να πάρω, ν' αφήσω. ...66... Αλλά ξέχασα τι... Η μνήμη μου δεν είναι όπως παλιά.
Α: Πόσο παλιά? Τι εννοείτε?
Β: Ξέχασα... Α, θυμήθηκα. ...69... Πρέπει να πάω βόλτα τα εγγονάκια μου στο πάρκο.
Α: Έχετε κ' εγγόνια?
Β: Ναι 2. Αλλά οι γονείς τους απεβίωσαν σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και τα προσέχω εγώ μόνος.
Α: Λυπάμαι πολύ. Η γυναίκα σας?
Β: Πέθανε κι αυτή λόγο ηλικίας. ...74...
Α: 74 ήταν?
Β: Όχι. Εγώ είμαι. Συγνώμη μιλάμε τόσο καιρό και ξέχασα να σας συστηθώ. Ονομάζομαι "Γέρος" και είμαι ...76...
Α: Ορίστε? Μα τώρα δεν είπατε πως είστε 74?
Β: Ίσως. Ίσως και όχι. ...80...
Α: 80? Τι είναι πάλι αυτό?
Β: Θα σας πω. Αν προλάβω. ...83... Πάντως μην αφήσετε πίσω τα όνειρά σας. Πόσο χρονών είπαμε πως είστε?
Α: Εγώ? Ε, 19.
Β: Αλήθεια? Ακούγεστε μεγαλύτερος, αρκετά μεγαλύτερος. ...85... Μήπως να κοιταζόσασταν σε κάνα καθρέφτη? ...87. Συγνώμη για την ενόχληση. Αα, αα...ντίο σα...αςς...
Α: Περιμένετε μισό λεπτό! Μα τι είναι αυτά που λέτε αφού εγώ,
.............................................................................
Α: Ω, Θεέ μου!... (Μπιιιιιιιπ, μπιιιιιιιιιπ, μπιιιιιιιιιπ, μπιιιιιιπ...)
(Εμπνευσμένο από ένα όνειρο)