To The Next Step, 'Till The Last Step...

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

The Beauty And The Singer


Αυτή ήταν τόσο μικρή για τον κόσμο γύρω της και τα φτερά της τόσο αδύναμα για να πετάξει μακριά τους... Αυτός τόσο δυνατός στα μάτια των άλλων, αλλά και τόσο αδύναμος να τη βοηθήσει από εκεί κάτω χωρίς φτερά... Ήθελε, αλλά δε μπορούσε..
Και οι ελπίδες γερνούσαν καθώς ο χρόνος κυλούσε χωρίς ποτέ κανείς τους να μιλήσει.. Έτσι, αποδεχόμενος τη μοίρα τους, έμενε να την κοιτάζει κάθε πρωί και κάθε βράδυ να πετάει από λουλούδι σε λουλούδι με το πιο θλιμμένο τίναγμα φτερών που είχε γνωρίσει.. Τα χρώματά της σκόρπιζαν το μαύρο στον ανούσιο ουρανό του.. Και δάκρυζε η ψυχή του απ' την ανικανότητα της ύπαρξής του σε κάθε της βλέμμα.. Η θλίψη της, σαν δηλητήριο στη μικρή καρδιά του, του έτρωγε τη ζωή μέρα με τη μέρα και όμως εκείνη δεν ήξερε τίποτα.. Και αν υπήρχε κάτι να κάνει για να τη δει χαρούμενη θα το έκανε χωρίς δεύτερη σκέψη.. Ήταν έτοιμος ακόμη και να πεθάνει οποιαδήποτε στιγμή αρκεί εκείνη να του το ζητούσε ως αντάλλαγμα της ευτυχίας της.. Δυστυχώς όμως δε θα έφτανε ούτε αυτό...

Ο πόνος του είχε αρχίσει να γίνεται αβάσταχτος και η μόνη διέξοδος των αποπνικτικών συναισθημάτων του ήταν η μουσική.. Ήταν το κρυφό του καταφύγιο.. Έτσι κάθε νύχτα, αφού την έβλεπε να πέφτει για ύπνο, πήγαινε πίσω στο βάλτο του, εκεί ανάμεσα στα βράχια και έβρισκε μια άνετη θέση για να τραγουδήσει παρέα με την απόγνωσή του.. Και τραγουδούσε τόσο ωραία έλεγαν, που σε κάθε του νότα άνθιζε και ένα μπουμπούκι..
Ένα βράδυ όμως συνέβη κάτι απρόσμενο για την μίζερη καθημερινότητά τους.. Η πικρόγλυκη μελωδία της φωνής του σε συνδυασμό με την αϋπνία της την έφερε κοντά του.. Ήταν όμως τόσο ντροπαλή που φοβήθηκε να του αποκαλύψει την παρουσία της και έτσι έμεινε να κρυφακούει πίσω από ένα μικρό παπαρουνόφυλλο.. Τότε για πρώτη φορά στη ζωή της ένιωσε την απόλυτη ηρεμία.. Και ήταν τόσο όμορφο συναίσθημα.. Πλέον όλα γύρω της έμοιαζαν τόσο οικία που άφοβα έκλεισε τα μάτια της και χωρίς να σκέφτεται τίποτα αφέθηκε στη μεθυστική μουσική του...
Το επόμενο βράδυ τον επισκέφθηκε ξανά.. Κρυφά.. Και το ίδιο συνέβη και το παρεπόμενο και το παρεπόμενο.. Εθίστηκε μάλιστα τόσο πολύ που ένα βράδυ δε μπόρεσε να κρατηθεί και βγήκε απ' την κρυψώνα της.. Και έτσι, προτού καλά καλά το καταλάβει και η ίδια, μ' ένα χορευτικό φτερούγισμα είχε ήδη βρεθεί μπροστά του...

Ακολούθησαν μερικά δευτερόλεπτα απόλυτης σιωπής όπου και οι δύο είχαν παγώσει από αμηχανία.. Γρήγορα όμως όλα επανήλθαν με το πρώτο χαμόγελο.. Ναι, ήξερε τι έπρεπε να κάνει... Το τραγούδι συνεχίστηκε μέχρι το ξημέρωμα χωρίς κανείς τους να πει κουβέντα από φόβο μη χαλάσει τη μαγεία της στιγμής... Και ήταν η πιο όμορφη νύχτα της ζωής του..
Λίγο πριν φύγει του μίλησε... Ήταν η πρώτη φορά, οι πρώτες ντροπαλές λέξεις.. Έπειτα της μίλησε και αυτός.. Και είχε τόσα να της πει... Ποιος θα το πίστευε πως θα ερχόταν αυτή η στιγμή... Και ήταν τόσο χαρούμενοι και οι δύο λες και μόλις είχε ξεκινήσει η ζωή τους.. Και σίγουρα κάπως έτσι ήταν...

Αυτός την παρακολουθούσε κάθε μέρα και αυτή τον άκουγε κάθε νύχτα.. Τόσο καιρό ήταν τόσο κοντά, αλλά και τόσο μακριά ο ένας απ' τον άλλο χωρίς ουσιαστικό λόγο..
Τι χαζό και ανούσιο πράγμα η ντροπή... 
Από τότε ήταν κάθε μέρα μαζί και κανείς τους δε θα το άλλαζε αυτό για τίποτα.. Ένα βράδυ μάλιστα του είχε πει κιόλας πόσο χαρούμενη ήταν πλέον ακούγοντας τη μουσική του και από τότε αυτός της υποσχέθηκε πως δε θα ξανατραγουδήσει παρά μόνο για το πιο όμορφο πλάσμα του κόσμου... Με την ελπίδα να τη βλέπει για πάντα ευτυχισμένη...

Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

The Circle Of Pretenders



That night I couldn't sleep.. Just like every night.. I was too tired 'cause it was a long, hard day, but I couldn't sleep at all so I went out for a walk.. These thoughts inside my mind are feeding the pain and it gets harder and harder to pass through it every night I go to bed. Alone.. In my lonely room, in my lonely house, in my lonesome way of livin'.. I don't know what's going on, I can't tell the reasons why, but I know that something's wrong.. Something so close and maybe so far from me...
I didn't care where I was going to, I couldn't think so I left my legs lead the way.. And all of a sudden, as I was walking and looking the stars in the saddest sky I had ever seen, I heard a strange voice at the end of the street coming out from a black door.. "Where am I? And what is this place?" I thought.. I went to check it out, not because I really wanted to know, but that thing gave at least a small reason in my endless and painful day.. "I have nothin' to lose, no one's waiting for me, no one cares so there's nothing to worry about" were the words that made me go on..
Only seven chairs, nine sad faces and a lamp were filling the dark room behind the small black door.. They had made a circle and they were sharing their life problems. Most of them were sick or somethin'.. A young man was sitting on the floor, the others on the chairs and another man was standing in front of the lamp saying: "I look around this room and I see a lot of courage and that gives me strength. We give strength to each other".. Then he stopped his speech and looked at me when I walked in and said: "Come in stranger. We're having a little discussion here, you can join us if you want."..
I stayed for a while but... It wasn't exactly what I expected.. Nothing unusual, nothing strange.. Close to nothing at all to say the truth.. Everyone's pretending that wants to hear you and that makes you feel that you're not alone. But their ears are closed. They're just waiting for their turn to speak and open up themselves 'cause that makes them feel better. Every single one's got a story to tell, but who's gonna hear it? Who cares?.. It's just an illusion... The circle of pretenders.
You could see a river of tears having their own party in this room.. I've had enough of such things these days so that wasn't for me, I couldn't stand it anymore. I don't even know why I stayed.. I left this sick place and walked my way back home.. Suddenly it started to rain. I froze and thought of my life for a moment.. Nothing special, nothing's changed.. Everyday the same story, the same old scenario, the same puppets killing their time out there.. The same days just like today. The same feelings.. Even the same cold rain...
Finally I reached my silent, poor place. Everything was there just as I left them.. The only thing that changed was the time.. Time never stops, never waits.. And when I slowly closed the door behind me I thought: "I wish something different would come up from all of this.. This big nothing... I wish tomorrow would bring something special in this house... Even a murder, or maybe... A suicide..."

Σάββατο, 12 Ιουνίου 2010

The Meeting



Έσταξε μια φράση στο αυτί του και χάθηκε κάπου ανάμεσα στα άστρα.. Και τότε ο νεογέννητος εγκέφαλός του πλημμύρισε με γνώση:
"Τυφλός προχωράει στο μονοπάτι της ζωής αυτός που την αντανάκλασή του δε μπορεί να δει κοιτώντας στον καθρέφτη..."
 
...και το επόμενο πρωί ξύπνησε με μια περίεργη διάθεση.. Πήγε κοντά στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Τα σύννεφα στον ουρανό έμοιαζαν με αμέτρητες πεταλούδες που πετούσαν πάνω απ' τα όνειρα όλων αυτών που ακόμη στριφογύριζαν μέσα στις κουβέρτες τους.. Και τα κλαδιά των δέντρων στο απέναντι πάρκο χόρευαν αρμονικά μαζί με τα λουλούδια στο ρυθμό της... Έτριψε βιαστικά τα μάτια του και κοίταξε πίσω του σκεπτόμενος..

Έκανε 8 αθόρυβα βήματα προς το μέρος της και του φάνηκε σαν να πέρασαν 8 κακόκεφοι μήνες μπροστά απ' τα χείλη της ζωής τους.. Ό,τι αξίζει θέλει κόπο, ψιθύρισε.. Και τα χείλη του δάκρυσαν μαζί με τα δικά της.. Και όταν οι σταγόνες από αίμα άγγιξαν το έδαφος έγιναν ένα όπως και αυτοί.. Τώρα σε ξέρω, είπε και την ακούμπησε προσεκτικά με το δεξί του χέρι λες και ήταν ό,τι πολυτιμότερο είχε..

Έπειτα επέτρεψε στον εαυτό του ένα χαμόγελο ανακούφισης.. "Τώρα με ξέρω, γιατί γνώρισα εσένα.. Η αλήθεια μου κρύβεται μέσα σου, μέσα στην πιο βαθιά σου ανάγκη... Και μόνο εσύ ξέρεις πως να τη χειριστείς σωστά.. Σου παραδίνομαι λοιπόν...", είπε σιωπηλά και πήγε αμέσως να φορέσει τα καλά του για να υποδεχθεί την πιο όμορφη μέρα της ζωής του, όπου μια νέα αρχή τον περίμενε.. Η αρχή της γνωριμίας μαζί του.. Της γνωριμίας με τον πραγματικό του εαυτό...

Κυριακή, 6 Ιουνίου 2010

Day Life


Σήμερα δεν ήθελα να ξυπνήσω, δεν είχα διάθεση για τη μάχη της ημέρας.. Όμως ούτε καν ο θάνατος δε χαρίζεται..
Βγήκα έξω σαν να ήταν να φύγω, σαν να ήταν η τελευταία φορά που έβγαινα από εκείνη την πόρτα.. Δεν ήξερα που να πάω, δεν ήξερα αν υπήρχε μέρος που θα ήθελα να πάω, έτσι περπάτησα χωρίς σκέψη σε δρόμους με κόσμο και φασαρία. Πίστευα πως ίσως αυτό ν' αλλάξει κάτι, δε ξέρω τι, απλά έτσι νόμιζα και αυτό μου έφτανε για την ώρα..
Πήγα και έκατσα σε μια στάση λεωφορείου μήπως και αρχίσω να περιμένω κάτι.. Χώθηκα μέσ' στον κόσμο χωρίς λόγο και άρχισα να τους παρακολουθώ. Τους έβλεπα να φεύγουν και να έρχονται άλλοι συνεχώς και τα λεωφορεία σαν κινούμενες κονσέρβες να χάνονται ξαφνικά με τον ίδιο τρόπο που εμφανιζόντουσαν.. Ήταν λες και είχε σταματήσει ο χρόνος για 'μένα και σαν ένα τρίτο μάτι, ή φάντασμα αν θέλεις, κοιτούσα τις ζωές των άλλων απ' έξω.. Την ατελείωτη μάχη του καθενός με το χρόνο, με τις υποχρεώσεις του, με τα πρέπει του... Ήταν όλοι αγχωμένοι, βιαστικοί, πολλοί κουβαλούσαν τσάντες και σακούλες, ή μάλλον αυτές τους κουβαλούσαν... Προσπερνούσαν ο ένας τον άλλο σαν σε αγώνες ράλι για το ποιος θα μπει πρώτος στην κονσέρβα που πλησίαζε.. Και όταν άνοιγαν οι πόρτες ξεκινούσε το πανηγύρι.. Άλλοι προσπαθούσαν να κατέβουν και άλλοι ταυτόχρονα ν' ανέβουν και παντού σπρωξίματα, βρισιές και αναθεματισμοί. Το πιο αστείο θέαμα της υπόθεσης ήταν οι γέροι που χρησιμοποιούσαν τα μπαστούνια τους για να χτυπούν τα πόδια των άτυχων μπροστινών τους οι οποίοι τους έπαιρναν τη θέση ή τους έκρυβαν τη θέα απ' το παράθυρο. Πολλές φορές πάλι σε μια πόρτα που κανονικά χωράνε μόνο δύο τους έβλεπες να μπαινοβγαίνουν τρεις τρεις και καμιά φορά ανά τετράδες, σε σπάνιες βέβαια περιπτώσεις χωρίς κανείς να νοιάζεται για το διπλανό του.. Άγνωστη λέξη το συγγνώμη.. Και ο ήλιος να βαράει σφαλιάρες από 'κει ψηλά..
Κουράστηκα, τους βαρέθηκα.. Και απ' ό,τι φαίνεται έτσι θα πάει και υπόλοιπη μέρα τους και η κάθε μέρα τους.. Κουράστηκα.. Όλα γύρω μου ίδια, όλα μέσα μου ίδια.. Ξαναγύρισα πίσω στο σπίτι ηττημένος και πάλι, αλλά δε μπορούσα πια ν' αντιδράσω.. Έφαγα (σαν υποχρέωση στη ζωή) και προσπάθησα να  ξανακοιμηθώ.. Μια μέρα είναι και θα περάσει, είπα ψέμματα στον εαυτό μου και έκλεισα τα μάτια..

Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

Walking On Air


Την έπνιγε ο φόβος και η μοναξιά.. Ήθελε να τρέξει και να κόψει τα σχοινιά που την έδεναν, αλλά τα χέρια της δεν την άφηναν.. Κρατούσαν σφιχτά και ακίνητα τα πόδια της εκεί, στο σημείο της εκκίνησης.. Ήθελε να φτάσει και ν' αγγίξει τα όνειρά της εκεί ψηλά στον ουρανό, αλλά ούτε τα πόδια της την άφηναν. Είχαν γίνει ένα με το έδαφος και την κρατούσαν κολλημένη εκεί κάτω.. Και ο χρόνος έτρωγε τα σωθικά της σιγά σιγά ενώ αυτή ούρλιαζε από πόνο και απελπισία..
Και τότε.. Η μελωδία της φωνής του της έδειξε το δρόμο.. Και όλα βρήκαν το νόημα τους.. Έκλεισε τα μάτια της και για πρώτη φορά ένιωσε ελεύθερη.. Η σκέψη της απέκτησε χέρια και αγκάλιασε τ' αστέρια τ' ουρανού της.. Απέκτησε πόδια και έτρεξε παρέα με το φως του φεγγαριού.. Κόντρα στα χρώματα της θλίψης, κόντρα στη γλυκιά γεύση του ψέματος, κόντρα σε ό,τι μέχρι τότε δεν την άφηνε ν' αναπνεύσει... Και πλέον τραγουδούσε άφοβα μ' ένα χαμόγελο εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό του.. Το ήξερε, το ένιωθε.. Και αυτό ήταν αρκετό για να συνεχίσει.. Και τα ασταθή της βήματα σκορπούσαν τώρα σιγουριά σε κάθε τους πάτημα, καθώς εκείνη περπατούσε ακόμη στον αέρα... 


(Εμπνευσμένο απ' το κομμάτι.. Μόλις είδα το βιντεάκι σε θυμήθηκα καλή μου Talisker. Αφιερωμένο και σε ένα ακόμη άτομο...)
Kiitos...